Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κλίβανος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κλίβανος ο [klívanos] Ο19 : ειδική κατασκευή η οποία κλείνει στεγανά και μέσα στην οποία αναπτύσσονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες: Aπολυμαντικός ~. ~ αρτοποιίας. Bιομηχανικός ~.

[λόγ. < ελνστ. κλίβανος `αγγειοπλαστικός φούρνος΄, αρχ. σημ.: `σκεπαστό αγγείο από χώμα΄ σημδ. γαλλ. fourneau]

[Λεξικό Κριαρά]
κλίβανος ο.
  • Φούρνος:
    • (Παϊσ., Ιστ. Σινά 885).

[αρχ. ουσ. κλίβανος. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go