Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κεντρομόλος -ος -ο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κεντρομόλος -ος -ο [kendromólos] Ε14 : 1. που έχει την τάση να κινείται από την περιφέρεια προς το κέντρο. α. (φυσ.) ~ δύναμη, στην κυκλική κίνηση, η δύναμη που ασκείται επάνω στο κινούμενο σώμα και το διατηρεί στην κυκλική του τροχιά. ANT φυγόκεντρος. β. (ανατ.) κεντρομόλα νεύρα, τα νεύρα που μεταφέρουν τις πληροφορίες από τα αισθητήρια όργανα στο κεντρικό νευρικό σύστημα. 2. (μτφ.) που έχει την τάση να κινείται προς ένα κέντρο, προς έναν πυρήνα κοινωνικό, πολιτικό κτλ., ο οποίος συσπειρώνει τα μέλη μιας ομάδας, ενός συνόλου.

[λόγ. κεντρο- + αρχ. μολ- (συνοπτ. θ. του αρχ. ρ. βλώσκω `έρχομαι΄) -ος κατά το αντ. κεντρόφυγος μτφρδ. γαλλ. centripète]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες