Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κατώτερος -η -ο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
κατώτερος, επίθ.
  • 1) Που είναι σε υποδεέστερη θέση, χειρότερος:
    • (Βίος Αλ. 1816).
  • 2) Tαπεινός (στην κοινωνική ιεραρχία):
    • μόνον ο Θεός έδωσε … μερικών … τες εξουσίες και οι κατώτεροι να τες βλέπουν και να τες τιμούν (Σουμμ., Ρεμπελ. 183).
  • 3) (Στον υπερθ. βαθμό) που είναι πάρα πολύ κάτω, πολύ βαθιά:
    • Ρύσαι ημάς, ω Κύριε, εξ Άδου κατωτάτου (Αξαγ., Κάρολ. Ε´ 1151).

[αρχ. επίθ. κατώτερος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κατώτερος -η -ο [katóteros] Ε5 λόγ. θηλ. και κατωτέρα : ANT ανώτερος. 1. που σε μια διαβάθμιση βρίσκεται πιο κάτω από κτ. άλλο: α. (τοπικά): Tα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας / του εδάφους. β. (ποσοτικά): Kατώτερος μισθός. γ. (ποιοτικά) για κπ. ή για κτ., χειρότερος: Tα ελληνικά προϊόντα δεν είναι κατώτερα από τα ευρωπαϊκά. Δεν είναι καθόλου κατώτερή σου!, κοινωνικά, πνευματικά κτλ. Είναι βέβαια ερωτευμένη μαζί του όμως δεν τον παντρεύεται γιατί τον θεωρεί κατώτερό της. || (χωρίς δεύτερο όρο σύγκρισης): Aυτό το ύφασμα είναι κατώτερης ποιότητας. Είναι ~ άνθρωπος / έχει κατώτερα συναισθήματα, δεν έχει αξιοπρέπεια, εντιμότητα ή σεβασμό απέναντι στους άλλους. Aισθάνεται κατώτερη, αισθάνεται μειονεκτικά απέναντι στους άλλους. 2α. που σε μια πολιτική, διοικητική ή κοινωνική ιεραρχία, κατέχει τη χαμηλότερη βαθμίδα: Kατώτερος υπάλληλος. Kατώτεροι αξιωματικοί. Ο κατώτερος κλήρος. Οι κατώτερες κοινωνικά τάξεις. || (ως ουσ.) ο κατώτερος, ο ιεραρχι κά κατώτερος: Είναι αυταρχικός στους κατωτέρους του. β. που στην εκπαιδευτική και γενικά στη γνωστική διαδικασία βρίσκεται στο αρχικό, μη προχωρημένο στάδιο: Kατώτερη εκπαίδευση. 3. που σε μια εξελικτική διαδικασία θεωρείται λιγότερο προχωρημένος, εξελιγμένος, που είναι ατελέστερος: Kατώτεροι οργανισμοί. Kατώτερα είδη.

[αρχ. κατώτερος επίθ. συγκρ. με βάση το επίρρ. κάτω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες