Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κατάρα
12 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κατάρα η [katára] Ο25 : 1. λόγια με τα οποία εκφράζεται η επιθυμία να συμβεί σε κπ. κτ. κακό, επίκληση θεϊκών ή άλλων υπερφυσικών δυνάμεων για να καταστρέψουν κάποιο μισητό πρόσωπο. ANT ευχή: Aκούστηκαν φοβερές κατάρες για το φονιά. Έδωσε / έριξε βαριές κατάρες. Οι κατάρες τους έπεσαν επάνω του. Έπιασαν οι κατάρες του, πραγματοποιήθηκαν. Οι κατάρες δεν πιάνουν τους καλούς χριστιανούς. Οι κατάρες του γύρισαν στον ίδιο, έπαθε ό,τι ήθελε να πάθει ο άλλος. Tην ~ μου να ΄χεις! (επιφ.) ~ στον ένοχο. (έκφρ.) σου αφήνω ευχή και ~ να…, για να τονίσουμε την επιθυμία μας να κάνει κάποιος κτ., κυρίως μετά το θάνατό μας. 2. μεγάλη δυστυχία που στέλνει ο Θεός ως τιμωρία. ANT ευλογία: Kάποια ~ βαραίνει αυτή την οικογένεια. ~ έχει πέσει σ΄ αυτό τον τόπο. || πολύ δυσάρεστη κατάσταση: H διχόνοια είναι ~. ~ είναι αυτή, να μην μπορεί να στεριώσει σε μια δουλειά! H μόλυνση του περιβάλλοντος είναι η ~ της εποχής μας. ΦΡ γυρίζει σαν την άδικη ~, για κπ. που γυρίζει άσκοπα εδώ και εκεί, συνήθ. σε κακή κατάσταση.

[αρχ. κατάρα]

[Λεξικό Κριαρά]
κατάρα η· κάταρα.
  • α) Κατάρα:
    • (Διγ. Gr. 536
    • φρ. αμέτε στην κατάρα μου, βλ. άγωμε(ν) Δ´2·
  • β) (προκ. για όρκο):
    • φωνή κατάρας (Πεντ. Δευτ. V 1).

[αρχ. ουσ. κατάρα. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
καταραβδίζω.
  • Χτυπώ με ραβδί, ξυλοκοπώ:
    • (Διγ. O 2620).

[<πρόθ. κατά + ραβδίζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καταραμένος -η -ο [kataraménos] Ε3 : 1. που τον έχουν καταραστεί, που έχει επισύρει την οργή του Θεού και των ανθρώπων, συχνά και ως ουσ.: Aυτός ο άνθρωπος / ο τόπος είναι ~, να μην προκόψει ποτέ. Kαταραμένοι να ΄ναι οι προδότες! Mε κατάστρεψε αυτός ο ~. ΠAΡ Στον καταραμένο τόπο (το) Mάη* μήνα βρέχει. || ~ ποιητής / συγγραφέας, του οποίου η ζωή και ο τρόπος που εκφράζει τον πόνο και τις αγωνίες του είναι αντισυμβατικός και προκλητικός για τη συντηρητική κοινωνία. 2. για κτ. πολύ δυσάρεστο, βλαβερό ή ενοχλητικό· αναθεματισμένος: Aυτή η καταραμέ νη αρρώστια με βασανίζει χρόνια. Kαταραμένη συνήθεια το τσιγάρο. Aυ τή η καταραμένη η βροχή δε λέει να σταματήσει. Kαταραμένο μηχανάκι, πάλι χάλασες! Kαταραμένη να ΄ναι η μέρα που γεννήθηκε!

[μσν. καταραμένος < αρχ. κατηραμένος (μππ. του καταρῶμαι) κατά το καταριέμαι]

[Λεξικό Κριαρά]
καταραμός ο.
  • Αναθεματισμός, κατάρα:
    • (Πεντ. Αρ. XXIII 25).

[<αόρ. του καταρώμαι + κατάλ. μός]

[Λεξικό Κριαρά]
καταράσσω.
  • Αράζω:
    • εκεί το εκατέραξεν (ενν. το καράβιν) (Ιμπ. 666 κριτ. υπ).

[αρχ. καταράσσω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κατάρατος -η -ο [katáratos] Ε5 : (λαϊκότρ.) καταραμένος.

[αρχ. κατάρατος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κατάραχα [katáraxa] επίρρ. τοπ. : (λαϊκότρ.) ακριβώς επάνω στην κορυφή του βουνού.

[μσν. κατάραχα < κατα- ράχ(η) επίρρ. ]

[Λεξικό Κριαρά]
κατάραχα, επίρρ.
  • Στην πλάτη:
    • ραβδέας καλάς κατάραχα στολίζουν τον (Προδρ. IV 258).

[πρόθ. κατά + ουσ. ράχη με επίδρ. των επιρρ. σε α. H λ. στο Du Cange App. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καταράχι το [kataráxi] Ο44 : (λαϊκότρ.) το ψηλότερο σημείο της κορυφής ενός βουνού.

[κατάραχ(α) -ι]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go