Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: καρπο
24 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καρπο- [karpo] & καρπό- [karpó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : το ουσιαστικό καρπός 1 ως α' συνθετικό σε σύνθετες, συνήθ. λόγιες ή επιστημονικές λέξεις: ~φόρος, ~φορία· ~συλλογή· ~γόνος, ~φάγος. || (ζωολ.) καρπόφιλος.

[λόγ. < αρχ. καρπο- θ. του ουσ. καρπό(ς) ως α' συνθ.: αρχ. καρπο-φόρος]

[Λεξικό Κριαρά]
καρποβάλσαμον το.
  • Ο καρπός του φυτού βάλσαμον:
    • (Ιερακοσ. 3914).

[μτγν. ουσ. καρποβάλσαμον]

[Λεξικό Κριαρά]
καρποβλαστώ.
  • Κάνω κ. να καρποφορήσει:
    • εκαρποβλάστησε (ενν. το πνεύμα) την γην πάσα λογής χορτάρι (Πικατ. 406).

[<καρπώ + βλαστώ]

[Λεξικό Κριαρά]
καρποδότης ο.
  • Αυτός που συντελεί στην παραγωγή καρπών:
    • ο Νείλος … άφθονος καρποδότης υπάρχει (Παϊσ., Ιστ. Σινά 2225).

[<ουσ. καρπός + δότης. Η λ. τον 4. αι.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καρπολόγημα το [karpolójima] Ο49 : (λαϊκότρ., λογοτ.) η ενέργεια του καρπολογώ, η συγκομιδή καρπών.

[καρπολογη- (καρπολογώ) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καρπολογώ [karpoloγó] Ρ10.1α : (λαϊκότρ., λογοτ.) μαζεύω καρπούς.

[ελνστ. καρπολογῶ]

[Λεξικό Κριαρά]
καρποπίθαρο το.
  • Πιθάρι για καρπούς:
    • (Bαρούχ. 81610).

[<ουσ. καρπός + πιθάρι]

[Λεξικό Κριαρά]
καρπός ο.
  • 1)
    • α) Καρπός, φρούτο:
      • (Ch. pop. 815
    • β) σπόρος φυτού:
      • καρπούς να σπέρνουσι στη γη και δέντρη να φυτεύγου (Ερωφ. Α´ 284).
  • 2) Καρποφορία (της γης)· συγκομιδή:
    • να δώσει η γης τον καρπό της (Πεντ. Λευιτ. XXV 19
    • εις το χωριό Άγιο Σίλα … έχει (ενν. ο ζουράρης) τσι καρπούς του (Κατά ζουράρη 107).
  • 3) (Μεταφ.) αποτέλεσμα:
    • (Δούκ. 5318).
  • 4) Γέννημα:
    • Μαρία, θάρρος ολωνών, καρπέ χαριτωμένε (Σκλέντζα, Ποιήμ. 74).
  • 5) Κέρδος, ωφέλεια:
    • Περί προικός καρπούς οπού παίρνει ο ανήρ προ του λαβείν την γυναίκα (Βακτ. αρχιερ. 174).
  • 6) Λάφυρο:
    • το φουσσάτο ουδέ καρπόν ’κ τον πόλεμον να πιάσει (Αχέλ. 288).
  • Φρ.
  • 1) Έρχομαι του καρπού = καρποφορώ:
    • (Βαρούχ. 2475).
  • 2) Έχω καρπόν κοιλίας = εγκυμονώ:
    • (Διγ. O 38).
  • Η γεν. με σημασ. επιθ. = καρποφόρος:
    • αμπέλι του καρπού (Βαρούχ. 3338).
  • [αρχ. ουσ. καρπός. Η λ. και σήμ.]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    καρπός 1 ο [karpós] Ο17 : 1α. το προϊόν ενός φυτού, που είναι το τελικό στάδιο της εξέλιξης του άνθους: Tο σύκο είναι ~ της συκιάς. Tο μήλο είναι ~ της μηλιάς. H ντομάτα είναι ~ της ντοματιάς. Tο βαλανίδι είναι ο ~ της βαλανιδιάς. Εδώδιμοι καρποί. Ξηροί καρποί, που έχουν ξυλώδες περικάρπιο ή που είναι αποξηραμένοι καρποί (καρύδια, σύκα, σταφίδες, κτλ.). Σαρκώδεις καρποί, με σαρκώδες περικάρπιο. Ώριμος / γλυκός / πικρός / ξινός ~. (έκφρ.) κτ. πέφτει σαν ώριμος ~, για κτ. που γίνεται χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες που ευνοούν την πραγματοποίησή του. β. (βοτ.) όργανο του φυτού, η σαρκώδης ή ξηρή ώριμη ωοθήκη που περικλείει το σπέρμα ή τα σπέρματα ώσπου να ωριμάσουν. ΦΡ απαγορευμένος ~, για κτ. που δεν επιτρέπεται να το απολαύσουμε, αν και το επιθυμούμε πολύ, όπως ο καρπός του δέντρου της γνώσεως που ο Θεός απαγόρευσε στους πρωτόπλαστους να τον δοκιμάσουν. 2. σε εκφράσεις, για να δηλώσουμε το παιδί, ως αποτέλεσμα της γονιμοποίησης της γυναίκας: ~ του έρωτά του / του γάμου τους ήταν ένα αγόρι. ~ παράνομου έρωτα, παιδί εκτός γάμου. (λόγ. έκφρ.) ο ~ της κοιλίας της, το αγέννητο ή το γεννημένο παιδί. 3. (μτφ.) το προϊόν μιας ανθρώπινης δραστηριότητας: Tο σύγγραμμα αυτό είναι ~ μακροχρόνιου ερευνητικού μόχθου. H επιχείρηση άρχισε επιτέλους να αποδίδει καρπούς. || (πληθ.) γενικότερα, τα αποτελέσματα μιας ενέργειας, μιας προσπάθειας: Aπολαμβάνει τους καρπούς των κόπων του. H οικονομική λιτότητα δεν έδωσε τους αναμενόμενους καρπούς. (έκφρ.) δρέπω τους καρπούς (με γεν.), αποκομίζω, απολαμβάνω ή υφίσταμαι τα αποτελέσματα: Δρέπω τους καρπούς των κόπων / των ερευνών μου. Δρέπει τους πικρούς καρπούς της αχαριστίας του.

    [1: αρχ. καρπός `καρπός της γης, όφελος΄· 2, 3: λόγ. σημδ. γαλλ. fruit]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    καρπός 2 ο : (ανατ.) το τμήμα του χεριού, που περιλαμβάνεται ανάμεσα στον πήχυ και στο μετακάρπιο και που αποτελείται από οκτώ οστά.

    [λόγ. < αρχ. καρπός]

    < Προηγούμενο   [1] 2 3   Επόμενο >
    Μετάβαση στη σελίδα:Βρες