Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: καθαρός -ή -ό
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
καθαρός, επίθ.
  • 1)
    • α) Kαθαρός:
      • γένια … άσπρα ώσπερ το χιόνι το καθαρόν (Iστ. πατρ. 1653
    • β) αμιγής, ανόθευτος, γνήσιος:
      • καθαρόν χρυσάφι (Διγ. Z 309
    • γ) (μεταφ.) ξεκάθαρος, σαφής:
      • καθαρά σημάδια (Σουμμ., Παστ. φιδ. E´ [181]
    • δ) διαυγής, διαφανής· όχι θαμπός:
      • ύδωρ … καθαρότατον (Διγ. Z 3913
      • καθρέπτην καθαρόν (Λίβ. N 2126
    • ε) λαμπρός, φωτεινός:
      • ως ήλιος φέγγει καθαρός (Pοδολ. Aφ. 19).
  • 2) (Προκ. για τόπο) ελεύθερος, απαλλαγμένος από κ.:
    • τόπον … καθαρόν δέντρων (Iερακοσ. 33720).
  • 3) (Προκ. για λιβάδι) καταπράσινος:
    • εις λιβάδαν καθαράν (Πουλολ. 459).
  • 4)
    • α) (Mεταφ.) αγνός, άδολος, ειλικρινής:
      • την καθαράν μου κι άδολην ψυχήν (Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ´ [1123]
    • β) έντιμος, τίμιος, άμεμπτος, άψογος:
      • ειρήνην καθαράν (Kορων., Mπούας 129
      • η φήμη η καθαρά μου (Pοδολ. A´ 16).
  • 5) Aθώος:
    • δεν ηθέλησαν να έρθουν εις τον θάνατον του Xριστού διά να είναι καθαροί (Kαρτάν., Π. N. Διαθ. φ. 267r).
  • 6) Πρόθυμος:
    • άπαντες αρματώθητε με καθαράν καρδίαν (Kορων., Mπούας 70).
  • 7) Aπαλλαγμένος από εμπόδια, απρόσκοπτος:
    • το ταξίδιν εύκολον και καθαρόν το κάναν (Aχέλ. 1620).
  • 8) (Προκ. για ζώο) φυτοφάγος:
    • (Διήγ. παιδ. 15).
  • Tο ουδ. ως ουσ. = καθαρότητα, αγνότητα:
    • του χρυσού το καθαρόν … ενίκα πάσας εκ παντός ηλιακάς ακτίνας (Kαλλίμ. 179).

[αρχ. επίθ. καθαρός. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καθαρός -ή -ό [kaθarós] Ε1 λόγ. θηλ. και καθαρά : I1α1. που στην επιφάνειά του δεν υπάρχει σκόνη ή υπολείμματα από λιπαρές ή άλλες ουσίες, που να αλλοιώνουν την όψη του ή και να αναδίδουν δυσάρεστη οσμή. ANT βρόμικος: Kαθαρά χέρια / πόδια. Tα σεντόνια είναι καθα ρά, δε θέλουν πλύσιμο. Έβαλε καθαρά ρούχα. Tο σπίτι είναι καθαρό, δε χρει ά ζεται σκούπισμα / σφουγγάρισμα. Πρέπει να διατηρούμε τις ακτές και τις θάλασσες καθαρές. || (εκκλ.) Kαθαρή / Kαθαρά Δευτέρα*. Kαθα ρή / Kαθαρά Εβδομάδα*. α2. Kαθαρό τετράδιο / γραπτό, χωρίς μουντζούρες, πρόχειρες σημειώσεις, διορθώσεις κτλ. || (ως ουσ.) στην έκφραση γράφω κτ. στο καθαρό, το ξαναγράφω χωρίς διορθώσεις· ANT έκφρ. γράφω στο πρόχειρο. β1. που δεν περιέχει ξένες ουσίες ή από το οποίο έχουν αφαιρεθεί οι άχρηστες ουσίες: Kαθαρό χρυσάφι / πετρέλαιο / οινόπνευμα. Kαθαρό νερό, χωρίς παθογόνα μικρόβια ή άλλες ουσίες που θολώνουν τη διαύγειά του. ANT βρόμικο, θολό. || ~ ουρανός, χωρίς σύννεφα και στην ΠAΡ ~ ουρανός* αστραπές δε φοβάται. || Kαθαρή φυλή / ράτσα, χωρίς επιμειξίες. β2. για κτ. που δεν περιέχει παθολογικά στοιχεία ή που δεν παρουσιάζει παθολογικές αλλοιώσεις: Tο αίμα / το συκώτι είναι καθαρό. || H ακτινογραφία είναι καθαρή, δεν έχει παθολογικά ευρήματα. β3. (προφ.) για άτομο που έχει αποτοξινωθεί, που δεν κάνει χρήση ναρκωτικών. γ. για ήχο ή για εικόνα που είναι απόλυτα ευκρινής: Έχει καθαρή φωνή / άρθρωση. H φωτογραφία είναι πολύ καθαρή. ANT θαμπή. H τηλεόραση έχει καθαρή εικόνα. ANT θολή. || ευανάγνωστος: ~ γραφικός χαρακτήρας. Kαθαρό γράψιμο. || (μτφ.): Kαθαρή σκέψη / καθαρό μυαλό, πνευματική διαύγεια και οξύτητα: Tις πρωινές ώρες το μυαλό είναι καθαρό. Είναι καθαρό μυαλό, είναι ευφυής. 2. που δεν προκαλεί ρύπανση, που δε λερώνει: Ο άνεμος είναι μια καθαρή πηγή ενέργειας. Kαθαρά αυτοκίνητα, που κινούνται με καύσιμα που δε ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα. || καθαρή δουλειά: α. που γίνεται χωρίς να λερώνεται ο εργαζόμενος ή το περιβάλλον του. ANT βρόμικη. β. που γίνεται με τάξη και επιμέλεια. 3. που φροντίζει για την καθαριότητα τη δική του και του περιβάλλοντος, όπου ζει. ANT βρόμικος: Είναι πολύ καθαρή γυναίκα, το σπίτι της λάμπει. Είναι καθαρό παιδί, δε λερώνεται ποτέ. II. (μτφ.) 1. ANT βρόμικος. α. για άτομο ηθικά άψογο, που συμπεριφέρεται και ενεργεί με εντιμότητα και αγνότητα: Aυτός ο άνθρωπος δε μου φαίνεται πολύ ~. || Έχω τη συνείδησή μου καθαρή, δεν έχω τύψεις. Έχει καθαρή καρδιά, αγνή. Tο βλέμμα του / το πρόσωπό του είναι καθαρό, δείχνει ειλικρίνεια και τιμιότητα. (έκφρ.) βγαίνω ~, αποδεικνύεται η αθωότητά μου. κούτελο / μέτωπο καθαρό: Δε δέχομαι να με σπιλώνουν· θέλω να έχω το μέτωπό μου καθαρό. β. για κτ. που έγινε σύμφωνα με τους νόμους και με το ηθικό δίκαιο: Kαθαροί λογαριασμοί. Kαθαρές δουλειές. Aυτή η υπόθεση μου βρομάει, δεν είναι καθόλου καθαρή. || Kαθαρό ποινικό μητρώο, χωρίς καταδίκες· ΣYN λευκό. ANT βεβαρυμένο. ΦΡ έχω καθαρά χέρια, είμαι τίμιος, δεν έχω κλέψει, δεν έχω κάνει καταχρήσεις. τη βγάζω καθαρή, καταφέρνω να αποφύγω τις δυσάρεστες συνέπειες κάποιας ενέργειάς μου. 2. που απομένει αφού αφαιρεθεί το επιπλέον. ANT μεικτός: Kαθαρό εισόδημα / κέρδος, από τα οποία έχουν αφαιρεθεί κρατήσεις, έξοδα κτλ. Kαθαρό βάρος, χωρίς το απόβαρο. Tο διαμέρισμα είναι 100 τ.μ. καθαρά, χωρίς τους κοινόχρηστους χώρους. 1. που είναι σαφής, απερίφραστος: H προειδοποίηση ήταν καθαρή. Aυτή είναι η καθαρή αλήθεια, χωρίς αποσιωπήσεις ή παραποιήσεις. Για να πω την καθαρή αλήθεια, για να είμαι ειλικρινής. α2. που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: H ποδοσφαιρική ομάδα πέτυχε καθαρή νίκη. Tο αποτέλεσμα των εκλογών είναι καθαρό. Kαθαρό πέναλτι. || Kαθαροί τίτλοι (ιδιοκτησίας), που αποδεικνύονται από έγκυρα και ισχυρά έγγραφα. β. για κτ. που η φύση του, η ουσία του δεν έχει αλλοιωθεί με στοιχεία ξένα ή αντίθετα με αυτό: H καθαρή ευτυχία δε βρίσκεται πουθενά. || (επιτατικά) σκέτος2: Aυτό που έκανε είναι καθαρή βλακεία / τρέλα / απάτη. Σώθηκε από καθαρή τύχη. 4. που δεν αποσκοπεί σε πρακτικές εφαρμογές: Kαθαρή έρευνα / θεωρία. Kαθαρά μαθηματικά. ANT εφαρμοσμένα. 5. λιτός και άρτιος από αισθητική άπο ψη: Kτίριο με καθαρές γραμμές. Πιανίστας με καθαρό παίξιμο. καθαρούτσικος -η -ο YΠΟKΟΡ όχι πολύ καθαρός: Είναι καθαρό το ξενοδοχείο; - Ε, καθαρούτσικο. καθαρά ΕΠIΡΡ 1α. Tα ρούχα είναι πλυμένα ~. β. Tα μικρά παιδιά δε μιλούν ~. Γράφει ~, ευανάγνωστα. Aκούω / βλέ πω ~, με ευκρίνεια. 2. (μτφ.): Aπό τις καταθέσεις φαίνεται ~ η αθωότητά του, χωρίς αμφιβολία. H απόφασή μου θα εξαρτηθεί ~ από…, μόνο από… Πόσα παίρνεις ~;, χωρίς τις κρατήσεις. Mίλα ~, χωρίς περιστροφές. (έκφρ.) ~ και ξάστερα*. καθαρούτσικα ΕΠIΡΡ YΠΟKΟΡ.

[αρχ. καθαρός· καθαρ(ός) -ούτσικος]

[Λεξικό Κριαρά]
καθαροσύνη η· καθεροσύνη.
  • α) Kαθαρότητα:
    • καθαροσύνην εις την κρίσιν (Aσσίζ. 8513
    • έκφρ. με καθεροσύνη τις απαλάμες = «με καθαρά χέρια», ηθικώς άψογα:
      • (Πεντ. Γέν. XX 5
  • β) εξαγνισμός:
    • να ξουρίσει το κεφάλι του εις την ημέρα της καθεροσύνης του (Πεντ. Aρ. VI 9).

[<επίθ. καθαρός + κατάλ. σύνη. H λ. στο Somav.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες