Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κάλυκας
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κάλυκας ο [kálikas] Ο5 : 1α. (βοτ.) το εξωτερικό πράσινο περίβλημα του άνθους, που αποτελείται από σέπαλα. β. (ανατ.) σχηματισμός που μοιάζει με κάλυκα άνθους και στον οποίο διοχετεύεται κάποιο υγρό: Γευστικοί κάλυκες, που αποτελούν μέρος των αισθητήριων οργάνων. Nεφρικοί κάλυκες, από τους οποίους διοχετεύονται τα ούρα. 2α. κυλινδρική, μεταλλική κυρίως θήκη, όπου τοποθετείται η πυρίτιδα και το βλήμα πυροβόλου όπλου. β. μεταλλική κατασκευή που μοιάζει με κάλυκα όπλου: Ο ~ του λαμπτήρα, η βάση του.

[λόγ.: 1α: αρχ. κάλυξ, αιτ. -υκα· 1β: σημδ. γαλλ. calice (< λατ. calyx < αρχ. κάλυξ)· 2α: σημδ. αγγλ. shell· 2β: σημδ. αγγλ. bulb]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες