Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ιεροσκόπος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιεροσκόπος ο [ieroskópos] Ο18 : κατά την αρχαιότητα, ο μάντης που έκανε ιεροσκοπία· ιερομάντης.

[λόγ. < ελνστ. ἱεροσκόπος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες