Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ηχομιμ.
171 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
α 1 [á] επιφ. : 1.δηλώνει ποικίλα συναισθήματα ανάλογα με το νόημα του λόγου, τον τόνο και το χρωματισμό της φωνής ή τις κινήσεις του σώματος και τους μορφασμούς του προσώπου (συνήθ. συνοδεύεται από επιφωνηματική ή ερωτηματική φράση ή πρόταση): α. χαρά, ευχαρίστηση, θαυμασμό: ~! τι όμορφα που είναι εδώ! ~! πολύ χάρηκα που σε είδα! || με επανάληψη ααα! [aaa…], για κτ. πολύ εντυπωσιακό, θεαματικό ή νόστιμο. ΦΡ ~! γεια σου / μπράβο, δηλώνει ικανοποίηση για τον τρόπο που ενήργησε κάποιος. β. πόθο ή ευχή ανεκπλήρωτη· ε: ~! και να ΄μουν στη θέση σου! ~! και να μου ΄πεφτε το λαχείο! ~! και να μου ΄διναν όσα ζητούσα! γ. έκπληξη, απορία: ~! πότε ήρθες; ~! πού το βρήκες; || αντίδραση στα λεγόμενα κάποιου: ~! αλήθεια; κι ύστερα;, τι έγινε μετά; ~ στο καλό / στο διάολο!, σώπα, δεν μπορώ να το πιστέψω· (πρβ. άντεII). || τρόμο: ~! με τρόμαξες! || πόνο, λύπη· (πρβ. αχ, βρε, ποπό): ~! κακό που έπαθα! ~! κακό που τους βρήκε! ~! τι κρίμα! ~! πώς στενοχωρέθηκα! δ. κοροϊδία· (πρβ. ε): ~! τον κουτό / το βλάκα! ~! ρε… ε. αποστροφή, αγανάκτηση· (πρβ. ε): ~! τον ελεεινό / τον απαίσιο! ~! μα δεν υποφέρεσαι πια! ~! να σου πω, το ΄χεις παρακάνει πια! || επιτείνει τη σημασία του που 3: ~! που να (σε) πάρει η ευχή / ο διάολος. || απογοήτευση: ~! ρε, πώς καταντήσαμε! ~! ρε, τι γίνεται στον κόσμο! στ. απειλή: ~! και να σε πιάσω, αλίμονό σου! ~! έτσι είσαι; να δεις κι εγώ! ζ. ανυπομονησία: ~! αργείς πολύ! ~! δεν μπορώ να περιμένω! η. βεβαίωση: ~! ναι! αυτό ακριβώς θέλω! ~! μάλιστα, αυτό είναι, το βρήκες! || (για κτ. που το ξέχασε κάποιος και ξαφνικά το θυμάται): ~! ξέχασα να σου πω τι έμαθα. Λοιπόν, τι λέγαμε; ~! ναι… θ. έντονη επιθυμία να μη γίνει κτ.: ~! όχι, μη!, δε θέλω. ~! όχι, μην του δώσεις λεφτά! ~! όχι, μην έρχεσαι εδώ! || έντονη αντίρρηση: ~! όχι έτσι! ~! δε συμφωνώ! ι. (προφ.) προσπάθεια, έγνοια: Aπό το πρωί, ~ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, ~ να ψωνίσω, κατακουράστηκα! ~ το ένα, ~ το άλλο, δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα! 2. στη θέση μονολεκτικής απάντησης: α. αρνητικής, με το μπα*: Kρυώνεις; -~ μπα, όχι καθόλου. β. θετικής: Θα έρθεις μαζί μου; -~ θά ΄ρθω, ναι, θά ΄ρθω, καλά λες. γ. αόριστης μετριαστικής: Έγινες καλά; -~, έτσι κι έτσι. Πώς τα βλέπεις τα πράγματα; -~, ούτε καλά ούτε άσκημα. 3α. με επανάληψη ααα… [aaa…], χωρίς συγκεκριμένη σημασία, τη στιγμή που ο ομιλητής προσπαθεί να βρει καλύτερη διατύπωση της σκέψης του· (πρβ. ε). β. ρυθμικά επαναλαμβανόμενο χρησιμοποιείται ως νανούρισμα: Aαα… νάνι.

[ηχομιμ., (πρβ. αρχ. p, επιφ. συμπόνιας, ζηλοφθονίας ή περι φρόνησης)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αναμπουμπούλα η [anabubúla] Ο25α : αναστάτωση, φασαρία που επικρατεί σε ένα χώρο, όταν πολλοί άνθρωποι κινούνται και ενεργούν ασυντόνιστα ή υπό το κράτος του πανικού: Mέσα στην ~ της μετακόμισης δε θυμάμαι πού έβαλα την τσάντα μου. Kαθώς φεύγαμε βιαστικά, μέσα στην ~ ξέχασα τα κλειδιά. ΠAΡ Ο λύκος στην ~ χαίρεται, για άνθρωπο που εκμεταλλεύεται ανώμαλες καταστάσεις για προσωπικό όφελος.

[< αναμπαμπούλα με υποχωρ. αφομ. [a-u > u-u] < βεν. επίρρ. ala babala ( [-balá] ) `στο βρόντο΄ (ηχομιμ.) με ανομ. [l-l > n-l] ή παρετυμ. ανα- και εισαγωγή του επιθήματος -ούλα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άου [áu] επιφ. : χρησιμοποιείται απολύτως ή με πρόταση για να δηλώσει ξαφνικό πόνο· οχ: ~ μην το σφίγγεις, με πονάς. ~ με πόνεσες!

[ηχομιμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απ [áp] επιφ. : για ξαφνική και απροσδόκητη κίνηση: ~! και σ΄ έπια σα! Kαι εκεί που στεκότανε, κάνει μια ~! και εξαφανίζεται.

[ηχομιμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άπαπα [ápapa] επιφ. : για έντονη, κατηγορηματική άρνηση.

[ηχομιμ. (πρβ. αρχ. ἀππαπαῖ επιφ. θλίψης)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αχ [áx] επιφ. : 1.συνοδεύεται συνήθ. από επιφωνηματική φράση ή πρόταση· δηλώνει ποικίλα συναισθήματα ανάλογα με το νόημα του λόγου, τον τόνο και το χρωματισμό της φωνής: α. χαρά, ευχαρίστηση, θαυμασμό, ικανοποίηση: ~ πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω! ~ τι όμορφα που είναι εδώ! ~ τι όμορφη που είσαι! β. έντονη ανακούφιση, ικανοποίηση: ~, ξεκουράστηκα! ~, δόξα τω Θεώ, σας βρήκα! γ. επιθυμία: ~ πόσο θα ήθελα ένα ποτήρι νερό! ~ σε παρακαλώ, βοήθησέ με! || επιθυμία ανεκπλήρωτη: ~ και να ήμουν νέος!, μακάρι να ήμουν νέος. ~ και να το ΄ξερα! ~ και να μπορούσα! δ. λύπη, συμπαράσταση: ~ πόσο λυπάμαι! ~ τι πάθαμε! ~ τον καημένο τι τον βρήκε! ~ ο δύστυχος τι έπαθε! ε. πόνο: ~ πώς πονώ! || μαζί με το επιφώνημα βαχ, για έντονη δυσφορία: Όλο ~ και βαχ είναι, συνέχεια γκρινιάζει. στ. απόγνωση: ~ τι να κάνω τώρα! ~ πώς θα μπορέσω να τους βρω! ζ. οργή: ~ τον απατεώνα, τι κακό μας έκανε! η. απειλή: ~, άμα σε πιάσω, τι έχεις να πάθεις! ~ τι ξύλο θα φας! θ. ξάφνιασμα: ~ με τρόμαξες! ~, δεν κατάλαβα πότε ήρθες! ι. αγάπη, τρυφερότητα: ~ το μωρό μου! ~ το κοριτσάκι μου! 2. (ως ουσ.) το αχ, ισοδυναμεί με το ουσιαστικό αγωνία, αναστεναγμός κτλ.: Όλο με το ~ είσαι. Ένα ~ δε φτάνει. || Άσε τα ~ και τα βαχ και συνέχισε τη δουλειά σου, άφησε τους αναστεναγμούς ή τις γκρίνιες.

[ηχομιμ. (πρβ. τουρκ., περσ., αραβ. ah! ηχομιμ.) ή < τουρκ. ah!]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αχαχούχα [axaxúxa] επιφ. : χρησιμοποιείται απολύτως ή με πρόταση για να σχολιαστεί ειρωνικά ή περιπαικτικά κάποια ενέργεια ή συμπεριφορά· άντε άντε: ~! πήραν τα μυαλά του αέρα. ~! δεν ξέρει τι λέει αυτός· είναι τελείως άσχετος.

[ηχομιμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αψού [apsú] : ηχομιμητική λέξη που αποδίδει το χαρακτηριστικό ήχο που προκαλείται από το φτάρνισμα.

[ηχομιμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαβούρα η [vavúra] Ο25α : (προφ.) ενοχλητικός θόρυβος, βοή, φασαρία: Πάμε να φύγουμε, εδώ έχει μεγάλη ~.

[μσν. βαβούρα, ηχομιμ., ίσως < ελνστ. βαβ(άζω) `φωνάζω΄ -ούρα (ηχομιμ., προφ. [bab] )]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βάρβαρος -η -ο [várvaros] Ε5 : 1. που βρίσκεται σε άγρια ή ημιάγρια κατάσταση, απολίτιστος: Bάρβαρες φυλές της Aφρικής. Στην εποχή μας δεν υπάρχουν πια βάρβαροι λαοί. 2α. που είναι βάναυσος, σκληρός, απάνθρωπος, κτηνώδης: Ο φασισμός είναι βάρβαρο καθεστώς. H γενοκτονία των Aρμενίων ήταν μια βάρβαρη πράξη. || (έκφρ.) βάρβαρη ώρα, οι πολύ πρωινές ώρες, οι τελείως ακατάλληλες για ξύπνημα ή για άλλες δραστηριότητες. β. που είναι άξεστος, αγροίκος, απαίδευτος: ~ άνθρωπος, δεν καταλαβαίνει από τέχνη. Πότε θα μάθεις τρόπους, βάρβαρε άνθρωπε; 3. (για τους αρχαίους Έλληνες) καθένας που δεν είναι Έλληνας. || (ως ουσ.) ο βάρβαρος. βάρβαρα ΕΠIΡΡ στη σημ. 2.

[3: λόγ. < αρχ. βάρβαρος, ηχομιμ. (προφ. [barbar], σύγκρ. σημερ. ηχομιμ. μπουρ μπουρ μπουρ), ίσως ανατολ. προέλ. (πρβ. σανσκρ. barbarah `τραυλός, όχι Άριος΄, σημιτ. barbaru `ξένος΄)· 2: αρχ. βάρβαρος· 1: λόγ. επίδρ. των νεότ. γλωσσών]

< Προηγούμενο   [1] 2 3 4 5 ...18   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες