Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ζέστη
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζέστη η [zésti] Ο30α & ζέστα η [zésta] Ο25α : α. η λίγο ή πολύ υψηλή θερμοκρασία του περιβάλλοντος. ANT κρύο, δροσιά, ψύχρα: Ευχάριστη / γλυκιά / φοβερή / ανυπόφορη ~. Kάνει ~ σήμερα. ΦΡ ούτε κρύο* ούτε ~. β. (πληθ.) περίοδος υψηλής θερμοκρασίας, ο ζεστές μέρες (ιδ. του καλοκαιριού): Άρχισαν / έπιασαν οι ζέστες. Aκόμα δεν μπήκε το καλοκαίρι, και άρχισαν οι ζέστες. Έσφιξαν οι ζέστες, για πολύ ζεστές μέρες. ζεστούλα η YΠΟKΟΡ.

[μσν. ζέστη < ζεστ(ός) -η (αναδρ. σχημ.)· μσν. ζέστα < ζεστ(αίνω) -α (αναδρ. σχημ.)· ζέστ(η) -ούλα]

[Λεξικό Κριαρά]
ζέστη η· ζέστα.
  • Ζέστη, θερμότητα:
    • Ζέστη πώς είναι μπορετό το χιόνι να γεννήσει; (Ερωφ. Α´ 7).

[<επίθ. ζεστός. Η λ. και ο τ. στο Du Cange και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες