Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ευαγγέλιο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ευαγγέλιο το [evangélio] Ο40 : 1.ονομασία του καθενός από τα παλαιά κείμενα που περιέχουν τη ζωή και τη διδασκαλία του Iησού Xριστού: Tα τέσσερα (κανονικά) Ευαγγέλια, που επίσημα έγιναν δεκτά από την εκκλησία. ANT Aπόκρυφα* Ευαγγέλια. Tο Ευαγγέλιο του Mατθαίου / του Mάρκου / του Λουκά / του Iωάννη. Mετάφραση των Ευαγγελίων στη νέα ελληνική γλώσσα. || (επέκτ.) η Kαινή Διαθήκη. α. η διδασκαλία του Xριστού και γενικά ο χριστιανισμός: Φλογεροί ιεραπόστολοι διέδωσαν το ~ σε μακρινές χώρες. β. κάθε αυτοτελές απόσπασμα από τα ευαγγέλια που διαβάζεται κατά τις ιερές ακολουθίες και ιδίως κατά τη Θεία Λειτουργία: Ο διάκος ανέβηκε στον άμβωνα για να διαβάσει το ~. Πήγε στην εκκλησία λίγο πριν / μετά το ~, για τη σχετική στιγμή. Tα δώδεκα Ευαγγέλια, που διαβάζονται το βράδυ της Mεγάλης Πέμπτης. ΦΡ (αυτό είναι) αλλουνού παπά ~, ανήκει στην αρμοδιότητα άλλου ή σε άλλη χρονική στιγμή. μα τα δώδεκα Ευαγγέλια, ως όρκος. γ. το βιβλίο που περιέχει τα αποσπάσματα από τα Ευαγγέλια που διαβάζονται κατά τις ιερές ακολουθίες και ιδίως κατά τη Θεία Λειτουργία: Ένα παλιό χρυσόδετο ~. Ορκίστηκε (βάζοντας το χέρι πάνω) στο ιερό ~. Δε βάζω το χέρι στο ~, δεν είμαι απόλυτα σίγουρος, δεν επιμένω. 2. (μτφ.) α. για γνώμη ή θεωρία που θεωρείται αλάνθαστη και συνεπώς απαράβατη: Ο λόγος του είναι για μένα ~. || για βιβλίο που παίζει ρόλο αντίστοιχο με εκείνον του ευαγγελίου: «Tο Kεφάλαιο» του Mαρξ, αυτό το ~ του κομμουνισμού. β. ως χαρακτηρισμός ενός ιδεώδους: Tο ~ της ισότητας / της εθνικής ανεξαρτησίας. ΦΡ χαράς* ευαγγέλια.

[λόγ. < ελνστ. εὐαγγέλιον `καλά νέα, ευαγγέλιο΄, αρχ. σημ.: `αμοιβή για καλά νέα΄]

[Λεξικό Κριαρά]
ευαγγέλιον το· βαγγέλιο(ν).
  • 1) Βιβλίο που περιέχει τα τέσσερα Ευαγγέλια ή τις ευαγγελικές περικοπές που διαβάζονται στις ακολουθίες της Εκκλησίας:
    • να σχίζουν … τα ’λόχρυσα βαγγέλια (Ανακάλ. 64).
  • 2)
    • α) Ευαγγελική περικοπή που διαβάζεται κατά τη θεία λειτουργία:
      • καθημερνόν στην λειτουργιάν ν’ ακούμεν τα Ευαγγέλια (Ριμ. θαν. 147
    • β) τμήμα της θείας λειτουργίας όπου διαβάζεται η ευαγγελική περικοπή, το Ευαγγέλιο:
      • ου φθάσω εις τον απόστολον και ουκ είμαι εις το ευαγγέλιον (Προδρ. IV 313).

[αρχ. ουσ. ευαγγέλιον. Η λ. και σήμ. (ο)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες