Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ετοιμο
12 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ετοιμο- [etimo] & ετοιμό- [etimó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : α' συνθετικό σε σύνθετα συνήθ. επίθετα· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο είναι έτοιμο να υποστεί ή να κάνει αυτό που εκφράζει ή γενικά συνεπάγεται το β' συνθετικό: ~θάνατος, ~πόλεμος, ετοιμόγεννη· ~παράδοτος, ~φόρτωτος, έτοιμος για παράδοση, φόρτωση.

[ελνστ. & λόγ. < ελνστ. ἑτοιμο- θ. του αρχ. επιθ. ἕτοιμο(ς) ως α' συνθ.: ελνστ. ἑτοιμο-θάνατος (πρβ. αρχ. ἑτοιμο-κοπία `υπερβολικός ζήλος΄), μσν. ετοιμό-γεννος]

[Λεξικό Κριαρά]
ετοιμόγεννος, επίθ.· εντοιμόγεννος, (Σπανός B 115).
  • Ετοιμόγεννος:
    • (αυτ. D 1690).

[<επίθ. έτοιμος + ουσ. γέννα. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ετοιμόγεννος -η -ο [etimójenos] Ε5 : (για γυναίκα ή θηλυκό ζώο) που πρόκειται να γεννήσει σε λίγο: Έφυγε για ταξίδι κι άφησε τη γυναίκα του ετοιμόγεννη. H ετοιμόγεννη φοράδα / αγελάδα. || (ως ουσ.) η ετοιμόγεννη, γυναίκα που πρόκειται να γεννήσει σε λίγο: Tο νοσοκομειακό μεταφέρει μια ετοιμόγεννη.

[ελνστ. ἑτοιμόγεννος (για αγελάδα)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ετοιμοθάνατος -η -ο [etimoθánatos] Ε5 : 1.(ιδ. για πρόσ.) που σε λίγο πρόκειται να πεθάνει: Έλα αμέσως· ο πατέρας είναι ~. || (ως ουσ.): Φώναξαν τον παπά για να κοινωνήσει τον ετοιμοθάνατο. 2. (μτφ.) που σύντομα θα πάψει να υπάρχει: Ένας ~ πολιτισμός.

[λόγ. < ελνστ. ἑτοιμοθάνατος `προετοιμασμένος να πεθάνει΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ετοιμόλογος -η -ο [etimóloγos] Ε5 : (για πρόσ.) που έχει την ικανότητα να δίνει γρήγορες και εύστοχες απαντήσεις κυρίως σε συζήτηση.

[λόγ. ετοιμο- + λόγ(ος) -ος (πρβ. μσν. ετοιμολόγος (ίδ. ετυμ.) `ομιλητικός΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ετοιμοπαράδοτος -η -ο [etimoparáδotos] Ε5 : (για εμπόρευμα, οικοδομή κτλ.) που είναι έτοιμος, έτσι ώστε να είναι δυνατό να παραδοθεί αμέσως στον αγοραστή: Πωλούνται ετοιμοπαράδοτα διαμερίσματα.

[λόγ. ετοιμο- + παραδο- (θ. παθ. αορ. του παραδίδω) -τος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ετοιμοπόλεμος -η -ο [etimopólemos] Ε5 : που είναι προετοιμασμένος για πόλεμο: Ετοιμοπόλεμη χώρα. Στρατός πολυάριθμος αλλά όχι ~.

[λόγ. ετοιμο- + πόλεμ(ος) -ος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ετοιμόρροπος -η -ο [etimóropos] Ε5 : 1.(ιδ. για κτίριο) που είναι κατεστραμμένος, έτσι ώστε να είναι έτοιμος να γκρεμιστεί: ~ τοίχος. Ετοιμόρροπη στέγη. Ένα παλιό ετοιμόρροπο σπίτι, ακατοίκητο από πολλά χρόνια. || (επέκτ.): Ετοιμόρροπο τραπέζι / κρεβάτι. Ετοιμόρροπη καρέκλα / ντουλάπα. 2. (μτφ.) α. που λόγω κακής κατάστασης είναι έτοιμος να διαλυθεί, να πάψει να υπάρχει: Ετοιμόρροπο κράτος / καθεστώς. Ετοιμόρροπη κυβέρνηση / οικονομία / επιχείρηση. Ο παλιός ~ κόσμος γκρεμίζεται, ένας καινούριος γεννιέται. β. (για πρόσ.) που έχει πολύ κακή υγεία.

[λόγ. < μσν. ετοιμόρροπος < ετοιμο- + ροπ(ή) -ος (για τη γραφή -ρρ- δες στο απορρυθμίζω)]

[Λεξικό Κριαρά]
έτοιμος, επίθ.· ότοιμος.
  • 1) Προετοιμασμένος για κ., έτοιμος:
    • (Βελλερ., Επιστ. 626).
  • 2)
    • α) Πρόθυμος για κ.:
      • (Βουστρ. 2216
    • β) (σε θέση ουσ.) έμπιστος:
      • έτοιμοι του ρηγός (Μαχ. 24836).
  • 3) Ικανός, κατάλληλος:
    • σοφόν πατριάρχην εποίησαν, έτοιμον αποκρίνεσθαι (Ιστ. πολιτ. 3014).
  • 4) Εύκολος:
    • ο σουλτάνος να μας αιχμαλωτίσει ότοιμον είναι (Μαχ. 819).
  • 5) Πρόχειρος, διαθέσιμος:
    • το έτοιμον φαγί, οπού ’χω τώρα (Αιτωλ., Μύθ. 313).
  • 6) Φρ. είμαι έτοιμος (να) … = παρά λίγο (να) …, λίγο έλειψε (να) …:
    • (Σταυριν. 243).
  • 7) Έκφρ. στο ’τοιμο (να) … = παρά λίγο (να) …:
    • (Αλεξ. 892).

[αρχ. επίθ. έτοιμος. Ο τ. στο Du Cange. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έτοιμος -η -ο [étimos] Ε5 : 1.(για πρόσ.) που τον έχουν κάνει με προεργασία και με τις κατάλληλες ενέργειες ή προετοιμασίες να μπορεί να επιτελέσει κπ. σκοπό ή να εκπληρώσει κπ. προορισμό. ANT ανέτοιμος: Είσαι ~ για το ταξίδι; Σε πέντε λεπτά ήταν όλοι έτοιμοι και ξεκίνησαν. Δεν μπορώ να σε περιμένω, δεν είσαι έτοιμη, δεν προετοιμάστηκες για έξοδο. Ήταν ~ για να πάει στο στρατό. Δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι για να πάμε στον Άρη. Δεν είναι ~ για τις εξετάσεις. Tο φαγητό δεν ήταν ακόμα έτοιμο. || Mονάδα έτοιμη για δράση. || (ως παράγγελμα): Έτοιμοι· πυρ / μαρς. (έκφρ.) έσο* ~. 2α. που είναι, βρίσκεται λίγο πριν από την πραγματοποίηση μιας ενέργειας, ενός σχεδίου κτλ.: Είμαι ~ να παραιτηθώ, αν φταίω. Έτοιμοι να σαλπάρουν, αν δε βρουν άλλη δουλειά. Είμαι ~ να κοιμηθώ μ΄ αυτό το έργο. Ήμουν ~ να φύγω, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. β. που έχει τη διάθεση να πραγματοποιήσει κτ.: Είμαι ~ να σε βοηθήσω, όποτε χρειαστείς. Είναι ~ για καβγά / για όλα. Ήταν έτοιμοι να παραδοθούν, όταν έφτασαν ενισχύσεις. γ. που είναι προετοιμασμένος, αποφασισμένος: Ο λαός είναι ~ για κάθε θυσία αν χρειαστεί / αν απειληθεί η εδαφική ακεραιότητα της χώρας. 3. που έχει ενδείξεις ότι θα ακολουθήσει κτ. ευχάριστο ή δυσάρεστο και που το περιμένει χωρίς να εκδηλώνει ιδιαίτερα τα συναισθήματά του: Είμαι ~ να ακούσω ό,τι κι αν έχεις να μου πεις. Είμαι έτοιμη για τα πάντα· μίλησέ μου ελεύθερα. Είμαι ~ για όλα, μπορώ να διακινδυνεύσω οτιδήποτε. 4. που έχει περιέλθει σε μια κατάσταση, ώστε να επίκειται, να διαφαίνεται κάποια εξέλιξη: Tα σιτηρά είναι έτοιμα για θέρισμα. Tο κτίριο είναι έτοιμο να πέσει. 5α. (για ρούχα) που έχει σχεδιαστεί με βάση κάποια τυποποιημένα μέτρα και όχι με τα μέτρα του αγοραστή: Kατάστημα / βιοτεχνία έτοιμων / ετοίμων ενδυμάτων. Φοράει πάντα έτοιμα ρούχα. || (ως ουσ.) τα έτοιμα: Nτύνεται πάντοτε με έτοιμα. β. (για φαγητό) που παρασκευάζεται στο εστιατόριο, μαγειρείο κτλ. αλλά καταναλώνεται στο σπίτι: Δεν έχω φαγητό σήμερα· θα φάμε κάτι έτοιμο. || (ως ουσ.): Bαρέθηκα τα έτοιμα, αύριο θα μαγειρέψω. γ. για αγαθά που τα καρπώνεται κάποιος χωρίς να καταβάλει προσπάθειες: Tα βρήκε όλα έτοιμα· γι΄ αυτό πλούτισε γρήγορα. || (ως ουσ.) τα έτοιμα, για χρήματα, συνήθ. αποταμιευμένα, που δεν προέρχονται από το μηνιαίο εισόδημα που έχω από την εργασία μου: Πρόσεξε, κάποτε θα τελειώσουν τα έτοιμα. Tρώω / ξοδεύω από τα έτοιμα. 6. για ενέργεια ή για φυσιολογική λειτουργία που γίνεται, προκαλείται με μεγάλη ευκολία, αβίαστα: Έχει έτοιμα τα ψέματα / έτοιμες τις δικαιολογίες / έτοιμα τα δάκρυα. Δεν τον πιάνεις πουθενά· έχει έτοιμη την απάντηση και σε αποστομώνει. 7. που διαμορφώθηκε οριστικά από άλλους και δεν επιδέχεται αλλαγές: Ένας αρνητής των έτοιμων λύσεων / δογμάτων. Δε μου αρέσουν οι έτοιμες λύσεις· θέλω να αγωνιστώ για να πετύχω.

[αρχ. ἕτοιμος]

< Προηγούμενο   [1] 2   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες