Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: επιφωνώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Κριαρά]
επιφωνώ· επεφωνώ.
  • I. Ενεργ.
    • Α´ Μτβ.
      • 1) Μιλώ, λέω:
        • (Βίος Αλ. 3581), (Προδρ. I 141).
      • 2) Προσφωνώ:
        • (Βίος Αλ. 2427).
    • Β´ (Αμτβ.) φωνάζω:
      • (Διγ. Gr. 486).
  • II. (Μέσ.) συμβουλεύω, προτρέπω:
    • (Λόγ. παρηγ. O 745).

[αρχ. επιφωνέω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες