Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: εξεταστής
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εξεταστής ο [eksetastís] Ο7 θηλ. εξετάστρια [eksetástria] Ο27 : αυτός που εξετάζει κπ. για να ελέγξει τις γνώσεις ή τις ικανότητές του: Ορίστηκαν οι εξεταστές για κάθε εξεταζόμενο μάθημα. ~ υποψήφιων οδηγών πιάστηκε να δωροδοκείται. || (ως επίθ.): Ο ~ καθηγητής.

[λόγ. < αρχ. ἐξεταστής `ερευνητής μιας υπόθεσης΄ σημδ. γαλλ. examinateur· λόγ. εξετασ(τής) -τρια]

[Λεξικό Κριαρά]
εξεταστής ο.
  • Δικαστής, κριτής:
    • έπταισες τον Ποιητήν του κόσμου, τον φοβερόν εξεταστήν (Σπαν. (Ζώρ.) V 291).

[αρχ. ουσ. εξεταστής. Η λ. και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες