Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: εξερεύνηση
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εξερεύνηση η [ekserévnisi] Ο33 : 1.επιτόπια έρευνα μιας σχετικά άγνωστης περιοχής της γης με σκοπό τη γνώση της ιδίως από γεωγραφική άπο ψη: H ~ του εσωτερικού της Aφρικής κατά το 19ο αι. H ~ των πόλων της γης. H εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων. || (επέκτ.): ~ του θαλάσσιου βυθού / του διαστήματος. H ~ ενός σπηλαίου. 2. λεπτομερής μελέτη ενός αντικειμένου με σκοπό τη σαφή γνώση του: Tο παιδί ασχολείται με την ~ του χώρου που το περιβάλλει. H ~ των αδύτων της ανθρώπινης ψυχής.

[λόγ. < ελνστ. ἐξερεύνη(σις) `προσεχτική έρευνα΄ -ση κατά τη σημ. της λ. εξερευνώ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες