Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ενωτίζομαι
1 εγγραφή
[Λεξικό Κριαρά]
ενωτίζομαι.
  • Ακούω κ. με προσοχή:
    • τα λόγια μου καλά τα ενωτίσθη (Διγ. O 1132).

[μτγν. ενωτίζομαι]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες