Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ενθαρρύνω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ενθαρρύνω [enθaríno] -ομαι Ρ8.1 : δίνω, εμπνέω σε κπ. θάρρος, τον βοηθώ να ξεπεράσει δισταγμούς ή φόβους ενισχύοντας τη διάθεσή του για προσπάθεια, αγώνα κτλ.· εμψυχώνω. ANT αποθαρρύνω: H είδηση της νίκης ενθάρρυνε το λαό. Οι λόγοι του ενθάρρυναν τους στρατιώτες. Mε ενθάρρυνε σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής μου. Tον ενθάρρυναν να δημοσιεύσει τα πρώτα του ποιήματα. Ενθαρρυμένοι από την αποτυχία των αντιπάλων τους, ενέτειναν τις προσπάθειές τους.

[λόγ. εν- θάρρ(ος) -ύνω μτφρδ. γαλλ. encourager (πρβ. αρχ. θαρρύνω ίδ. σημ.)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες