Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: εμπεριστατωμένος -η -ο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμπεριστατωμένος -η -ο [emberistatoménos] Ε3 : που τον έχουν επεξεργαστεί με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια, και από κάθε άποψη: Εμπεριστατωμένη μελέτη / έρευνα / παρουσίαση / απόδειξη. Εμπεριστατωμένες απόψεις / προτάσεις. Εμπεριστατωμένα επιχειρήματα / συμπεράσματα. Εμπεριστατωμένη ομιλία. Εμπεριστατωμένο άρθρο. Εμπεριστατωμένη παρουσίαση. εμπεριστατωμένα & (λόγ.) εμπεριστατωμένως ΕΠIΡΡ με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια και από κάθε άποψη: Ερεύνησε ~ το όλο θέμα.

[λόγ. < μππ. του ελνστ. ρ. ἐμπεριστατῶ `περικλείω΄ μτφρδ. γερμ. umständlich `υπερβολικά λεπτομερειακός΄, με βάση την αντιστοιχία: ελνστ. περιστατοῦμαι `περιβάλλομαι από (βαριεστισμένο) πλήθος΄ - γερμ. umstanden werden· λόγ. εμπεριστατωμέν(ος) -ως]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες