Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: εμπειρία
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμπειρία η [embiría] Ο25 : 1.η γνώση που προέρχεται από την πρακτική ενασχόληση με κτ., από την άσκηση έργου ή από την αντιμετώπιση καταστάσεων και προβλημάτων, σε αντιδιαστολή προς τη γνώση από θεωρητική σπουδή, από μελέτη: Οι εμπειρίες της ζωής. 2. (φιλοσ.) η γνώση που στηρίζεται στην άμεση αντίληψη των πραγμάτων, την οποία προσφέρουν οι αισθήσεις μας, σε αντιδιαστολή προς τη γνώση που στηρίζεται στη νόηση, στο διαλογισμό.

[λόγ.: 1: αρχ. ἐμπειρία· 2: κατά τη σημ. της λ. εμπειρισμός]

[Λεξικό Κριαρά]
εμπειρία η.
  • Γνώση (από πείρα):
    • (Σφρ., Χρον. 502).

[αρχ. ουσ. εμπειρία. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμπειριαρχία η [embiriarxía] Ο25 : (φιλοσ.) εμπειρισμός.

[λόγ. εμπειρί(α) + -αρχία απόδ. γαλλ. empirisme (δες εμπειρισμός)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες