Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: διευκρινίζω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διευκρινίζω [δiefkrinízo] -ομαι Ρ2.1 : δίνω εξηγήσεις και συμπληρωματικές πληροφορίες για κτ.: Πρέπει να διευκρινίσω ορισμένα σημεία της πρότασής μου, που δημιούργησαν παρεξηγήσεις και ερωτηματικά. Διευκρινίστηκαν οι στόχοι και οι προθέσεις μας, ξεκαθαρίστηκαν. Διευκρινίστηκε ότι τα νέα φορολογικά μέτρα δεν αφορούν τους αγρότες.

[λόγ. < ελνστ. διευκριν(ῶ), αρχ. σημ.: `τακτοποιώ προσεχτικά΄, μεταπλ. -ίζω με βάση το συνοπτ. θ. διευκρινησ-]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες