Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: διεξάγω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διεξάγω [δieksáγo] -ομαι Ρ πρτ. διεξήγα, αόρ. διεξήγαγα, απαρέμφ. διεξαγάγει, παθ. αόρ. (σπάν.) διεξάχθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και διεξήχθη, διεξήχθησαν, απαρέμφ. διεξαχθεί : ολοκληρώνω ένα έργο, μια διαδικασία, με την εκτέλεση όλων των επί μέρους ενεργειών· κάνω: Διεξάγεται δικαστική έρευνα, διενεργείται. Διεξάγονται διαπραγματεύσεις. H δίκη θα διεξαχθεί σε σύντομο χρόνο. H Ελλάδα διεξήγαγε σκληρούς αγώνες για την ανεξαρτησία της.

[λόγ. < ελνστ. διεξάγω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διεξαγωγή η [δieksaγojí] Ο29 : η ενέργεια του διεξάγω, ολοκλήρωση ενός έργου, μιας διαδικασίας: H ~ των εκλογών ήταν άψογη. Ορίστηκε η ημερομηνία της διεξαγωγής των εξετάσεων / της δίκης.

[λόγ. < ελνστ. διεξαγωγή `δικαστική ρύθμιση΄ με αλλ. της σημ. κατά το διεξάγω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες