Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: διασπαθίζω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διασπαθίζω [δiaspaθízo] -ομαι Ρ2.1 : (συνήθ. για χρήματα) ξοδεύω αλόγιστα.

[λόγ. < ελνστ. διασπαθίζω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες