Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: διανυκτερεύων -ουσα -ον
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διανυκτερεύων -ουσα -ον [δianikterévon] Ε12 : (ιδίως για κατάστημα) που διανυκτερεύει: Διανυκτερεύοντα φαρμακεία.

[λόγ. μεε. του ρ. διανυκτερεύω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες