Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: διακοινώνω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διακοινώνω [δiakinóno] -ομαι Ρ1 : στέλνω διακοίνωση.

[λόγ. δια- κοι ν(ός) -ώ > -ώνω μτφρδ. γαλλ. communiquer]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες