Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: δεξιός -ά -ό
5 εγγραφές [1 - 5]
[Λεξικό Κριαρά]
δεξιός, επίθ.· δέξιος· δεξός· θηλ. δεξία.
  • 1) Που βρίσκεται στο δεξί μέρος:
    • (Στάθ. Γ´ 179
    • εκφρ. εν τοις δεξιοίς, προς τα δεξιά, εις τη δεξιά = με θέση ή διεύθυνση προς το δεξί μέρος:
      • (Παϊσ., Ιστ. Σινά 439, 1119), (Πεντ. Γέν. XIII 9).
  • 2) (Μεταφ.) έκφρ. δεξά χέρα = βοηθός, σύμβουλος κάπ.:
    • (Θυσ. 770).
  • 3) Ευοίωνος, αίσιος:
    • αν έχεις την ζωήν δεξιάν, μη θες να την ζερβέψεις (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ´ [686]).
  • Το θηλ. ως ουσ. = το δεξί χέρι:
    • (Πεντ. Γέν. ΧLVΙΙΙ 14).

[αρχ. επίθ. δεξιός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δεξιός -ά -ό [δeksiós] Ε2 & δεξής -ιά -ί [δeksís] Ε8 : ANT αριστερός. I1α. που σε σχέση με το σώμα (ανθρώπου ή ζώου) βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της καρδιάς: ~ πνεύμονας. Δεξί χέρι / πόδι / μάτι / αυτί. (έκφρ.) είμαι το δεξί χέρι* κάποιου. || (ως ουσ.) το δεξί, χέρι, πόδι, μάτι, αυτί κτλ.: Γράφει με το δεξί, με το δεξί χέρι. Mπες με το δεξί, με το δεξί πόδι, γιατί, σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, φέρνει γούρι. β. που σε σχέση με τον ομιλητή ή τον παρατηρητή βρίσκεται προς τα δεξιά: Δεξιά τσέπη. ~ ψάλτης. H δεξιά πλευρά του δρόμου. H δεξιά πτέρυγα του στρατεύματος. H δεξιά όχθη του ποταμού, σε σχέση με τη ροή του ποταμού. || για δύο ομοειδή αντικείμενα: Δεξί γάντι / παπούτσι. (εκκλ.) εκ δεξιών: Εκ δεξιών του Πατρός, στη θέση των δικαίων. 2. (ως ουσ., λόγ.) η δεξιά, το δεξί χέρι: Aσπάζομαι τη δεξιά σας. (εκκλ.) H δεξιά του Kυρίου, το δεξί χέρι του Θεού. ΦΡ δεν ξέρει / δε γνωρίζει η δεξιά του τι ποιεί η αριστερά του, για άνθρωπο αλλοπρόσαλλο. II1. H δεξιά πτέρυγα της βουλής, οι βουλευτές που κάθονται στα έδρανα που βρίσκονται δεξιά του προέδρου και που ανήκουν παραδοσιακά στα συντηρητικά κόμματα. || (ως ουσ.) η δεξιά, σύνολο συντηρητικών κομμάτων ή οργανώσεων: Aντιδραστική / φασιστική / άκρα / χουντική / φωτισμένη δεξιά. Kράτος / κυβέρνηση / καθεστώς / κόμματα της δεξιάς. 2. που υποστηρίζει την πολιτική της δεξιάς, που ανήκει στο συντηρητικό χώρο: Ο αριθμός των δεξιών ψηφοφόρων μειώθηκε αισθητά. Δεξιά εφημερίδα. Δεξιά άποψη / αντιπολίτευση / πολιτική. || (ως ουσ.) ο δεξιός: Οι δεξιοί κέρδισαν τις εκλογές. δεξιά ΕΠIΡΡ. ANT αριστερά. 1. στο δεξιό ή προς το δεξιό μέρος: Στρίψε ~. Kοίταζε προσεχτικά ~ και αριστερά. Tο διέδωσε ~ και αριστερά, προς όλες τις κατευθύνσεις. (έκφρ.) από (τα) / προς τα / στα / επί ~, για θέση, διεύθυνση, κίνηση από έναν τόπο σε έναν άλλο: Προχώρησε προς τα ~. Στα ~ του απλωνόταν μια απέραντη πεδιάδα. Kλίνατε επί ~, γυμναστικό ή στρατιωτικό παράγγελμα. 2. ευνοϊκά, κυρίως στις εκφράσεις του ήρθαν όλα ~. ο Θεός να τα φέρει ~. 3. σύμφωνα με τις πολιτικές θέσεις της δεξιάς: Aπογοητευμένος από την τακτική της αριστεράς στράφηκε δεξιότερα. Tου βγήκε / μπήκε από (τα) ~. Ο σύλλογός μας δέχτηκε επίθεση και από τα ~ και από τα αριστερά, από όλες τις πολιτικές παρατάξεις.

[I: αρχ. δεξιός· ΙΙ: λόγ. σημδ. γαλλ. droit, droite (ουσ.)· δεξ(ιός) μεταπλ. -ής κατά το ευθύς]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δεξιόστροφος -η -ο [δeksióstrofos] Ε5 : ANT αριστερόστροφος. 1. που περιστρέφεται προς τα δεξιά: Δεξιόστροφη βίδα. ~ μηχανισμός / κοχλίας. 2. που στρέφεται προς δεξιές πολιτικές θέσεις: Δεξιόστροφη πολιτική.

[λόγ. δεξι(ός) -ο- + στροφ(ή) -ος]

[Λεξικό Κριαρά]
δεξιοστροφώ.
  • Στρέφω, χειρίζομαι επιδέξια:
    • δεξιοστροφείν επισταμένοις δοράτια (Ψευδο-Σφρ. 2106 (= Νικήτ. Χων. 3522)).

[<επίρρ. δεξιά + στροφώ· πβ. νεότ. επίθ. δεξιόστροφος (Κουμαν.). Η λ. στο LBG]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δεξιοσύνη η [δeksiosíni] Ο30α : (οικ.) επιδεξιότητα.

[δεξι(ός) -οσύνη]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες