Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: δεκαπλάσιος -α -ο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δεκαπλάσιος -α -ο [δekaplásios] Ε6 αριθμτ. αναλ. : που είναι δέκα φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος από κτ. άλλο. || (ως ουσ.) το δεκαπλάσιο: Aυξήθηκε στο δεκαπλάσιο. δεκαπλάσια ΕΠIΡΡ: Kοστίζει ~.

[λόγ. < αρχ. δεκαπλάσιος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες