Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γυρεύω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γυρεύω [jirévo] Ρ5.2α : (οικ.) 1. προσπαθώ να βρω κτ. που έχασα ή κτ. που θέλω να αποκτήσω: ~ τα γυαλιά μου και δεν τα βρίσκω, τα ψάχνω. Mήνες τώρα γυρεύει δουλειά, ψάχνει για δουλειά. Ήρθε να μας γυρέψει δανεικά, να μας ζητήσει. Tι μου γύρεψες και δε σου το ΄δωσα;, τι μου ζήτησες… ΠAΡ Στραβός βελόνα γύρευε μέσα σε αχυρώνα, για ανίκανο και αδαή που ασχολείται με κτ. επίπονο και μάταιο. ΦΡ τρέχα* γύρευε. τι τα θες*, τι τα γυρεύεις. ~ ψύλλους* στ΄ άχυρα. τι γυρεύει η αλεπού* στο παζάρι; || προσπαθώ να συναντήσω κπ., τον αναζητώ: Tον γύρεψα παντού. Έστειλαν ένα μικρό για να τον γυρέψει. Σε γύρεψαν από την αστυνομία. ΦΡ στον ουρανό* το(ν) γύρευα, στη γη το(ν) βρήκα. 2. επιδιώκω, επιζητώ, προσπαθώ να πετύχω κτ.: Tι γυρεύεις εδώ τέτοια ώρα; Γυρεύει να μας βάλει σε μπελάδες. Tον μπελά σου γυρεύεις; (έκφρ.) πάει γυρεύοντας, για κπ. που με τις ενέργειες ή τη συμπεριφορά του δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να συμβεί κτ. δυσάρεστο: Πάει γυρεύοντας να αρρωστήσει, μου φαίνεται. Πάει γυρεύοντας, π.χ. για καβγά κτλ. ΠAΡ Όποιος γυρεύει τα πολλά* χάνει και τα λίγα. Γιάννη γύρευε και Nικολό καρτέρει*.

[μσν. γυρεύω `ψάχνω΄ < ελνστ. γυρεύω (γῦρ(ος) -εύω) `τρέχω σε κύκλο, περιπλανιέμαι΄]

[Λεξικό Κριαρά]
γυρεύω· γερεύω· γυρεύγω.
  • 1) Κάνω τον κύκλο, περιέρχομαι:
    • τον γύρον του δενδρού γύρευε (Αιτωλ., Μύθ. 3515).
  • 2)
    • α) Περιηγούμαι, περιοδεύω:
      • εγύρευσα Συρίαν και Ρωμανίαν (Διγ. Esc. 544
    • β) τριγυρίζω ψάχνοντας:
      • τον κόσμον και αν εγύρευες, κάλλιον ουκ είχες εύρειν (Διγ. Esc. 984
    • γ) ψάχνω:
      • Η Αρετούσα … γύρευγε στ’ αρμάρι (Ερωτόκρ. Α´ 1487).
  • 3) Επιζητώ, αναζητώ:
    • Μη βούλεσαι ανημπόρετα πράματα να γυρέψεις (Ερωτόκρ. Ε´ 810
    • όποιος γυρεύει παίρνει (Διγ. Άνδρ. 32611).
  • 4) Εξετάζω, ερευνώ:
    • του Θεού τους ορισμούς κάθεσαι και γυρεύγεις; (Θυσ. 368).
  • 5) Επιδιώκω, προσπαθώ να πετύχω κ.:
    • Όσοι γυρεύγουσι λοιπό μεγάλοι να γενούσι (Φορτουν. Πρόλ. 143).
  • 6) Φροντίζω, ενδιαφέρομαι (για κ.):
    • Τσι πρίκες δεν εγύρευγα (Ερωτόκρ. Ε´ 1005).
  • 7) Γυρίζω πίσω, επιστρέφω:
    • οπίσω να γυρεύομεν και ποιαν οδόν να ευρούμεν; (Λίβ. P 1884).
  • 8) Αλλάζω γνώμη:
    • (Νομοκριτ. 107).
  • 9) Φρ. γυρεύω το αίμα κάπ. = ζητώ να εκδικηθώ το θάνατο κάπ.:
    • (Ασσίζ. 26913).
  • 10) Φρ. γυρεύω διά γαμπρόν, γυρεύω κάποιαν = ζητώ ως σύζυγο:
    • (Τριβ., Ρε 130), (Χρον. Τόκκων 13).

[μτγν. γυρεύω. Ο τ. εύγω στο Meursius (λ. έβειν) και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες