Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γουστόζικος -η -ο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γουστόζικος -η -ο [γustózikos] Ε5 : για κτ. που είναι διασκεδαστικό, ευχάριστο, χαριτωμένο: Γουστόζικο αστείο. Mιλούσε με γουστόζικο τρόπο. || Γουστόζικο καπελάκι / φουστάνι. γουστόζικα ΕΠIΡΡ: Mας τα διηγήθηκε πολύ ~.

[γουστόζ(ος) -ικος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες