Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γκρίνια
6 εγγραφές [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γκρίνια η [grína] Ο25α : εκδήλωση δυσφορίας που προέρχεται συνήθ. από μια, χωρίς σοβαρό λόγο, εριστική διάθεση· μουρμούρα· (πρβ. μεμψιμοιρία): Άσε την ~ τώρα κι έλα να φάμε. Bρίσκω την ~ του τελείως αδικαιολόγητη. Mε τις πρώτες δυσκολίες άρχισαν και οι γκρίνιες. (έκφρ.) όπου φτώχεια* και ~. || (για το μωρό που κλαψουρίζει και διαμαρτύρεται συνέχεια): Είναι όλο ~ το μωρό σήμερα.

[γκρινι(άζω) -α (αναδρ. σχημ.)]

[Λεξικό Κριαρά]
γκρίνια η· γρίνια.
  • Εριστική διάθεση, μεμψιμοιρία:
    • με γρίνια μην ιδεί κιανείς ποτέ σου την κοπέλα (Κατζ. Β´ 330).

[<γκρινιάζω (βλ. ά.) ή <διαλεκτ. ιταλ. grigna. Ο τ. στο Βλάχ. (λ. γροί‑) και σήμ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γκρινιάζω [grinázo] Ρ2.2α : εκδηλώνω δυσφορία που συνήθ. προέρχεται από μια, χωρίς σοβαρό λόγο, εριστική διάθεση, παραπονιέμαι συνέχεια, μουρμουρίζω: Όλο γκρινιάζει, με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένος. Γκρινιάζει συνέχεια με τη γυναίκα του, μαλώνει. || Γκρινιάζει το μωρό, κλαίει και μουρμουρίζει χωρίς λόγο.

[ιταλ. (διαλεκτ.) grign(are) `δείχνω τα δόντια από οργή΄ -άζω (ιταλ. digrignare)]

[Λεξικό Κριαρά]
γκρινιάζω· ?αγρινιάζω· γρινιάζω.
  • Δυσανασχετώ, σκυθρωπιάζω, γκρινιάζω:
    • φωνιάζουσι (ενν. οι γυναίκες), γρινιάζου και μανίζου (Πανώρ. Β´ 10).
  • Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = κατσουφιασμένος, κακόκεφος, σκυθρωπός:
    • (Ερωτόκρ. Β´ 1485
    • (μεταφ.):
      • Σαν περιστέρες όντε δου … την Ανατολή θαμπή, τη Δύση γρινιασμένη (Ερωτόκρ. Δ´ 1826).

[πιθ. <γρυνίζω (βλ. ά.) ή <ουσ. γκρίνια + κατάλ. άζω· πβ. και διαλεκτ. ιταλ. grignare (Battaglia). Ο τ. γρι‑ στο Βλάχ. (γροι‑) και σήμ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γκρινιάρης -α -ικο [grináris] Ε9 : 1. που γκρινιάζει συνεχώς, που δεν είναι ευχαριστημένος με τίποτα, που όλα του φταίνε και τον ενοχλούν: Έχει μια γκρινιάρα γυναίκα. Γκρινιάρικο παιδί, κλαψιάρικο. || (ως ουσ.): Δεν ανέχομαι τους γκρινιάρηδες. 2. (ως ουσ.) ο γκρινιάρης, είδος επιτραπέζιου παιδικού παιχνιδιού.

[γκρίν(ια) -ιάρης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γκρινιάρικος -η -ο [grinárikos] Ε5 : που αναφέρεται στον γκρινιάρη: Γκρινιάρικη φωνή. γκρινιάρικα ΕΠIΡΡ.

[γκρινιάρ(ης) -ικος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες