Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γεωργικά
1 εγγραφή
[Λεξικό Κριαρά]
γεωργικά τα.
  • Η ενασχόληση με γεωργικές εργασίες:
    • (Σαχλ., Αφήγ. 152).

[μτγν. ουσ. γεωργικά τα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες