Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γεροντοκρατία
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεροντοκρατία η [jerondokratía] Ο25 : η κυριαρχία των γερόντων στη δημόσια ζωή· η συγκέντρωση βασικών εξουσιών σε χέρια ανθρώπων προχωρημένης ηλικίας: H πολιτική ~ έφραζε το δρόμο στις νέες δυνάμεις.

[λόγ. < γαλλ. gérontocratie < géronto- = γεροντο- + -cratie = -κρατία]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες