Παράλληλη αναζήτηση
| 2 εγγραφές [1 - 2] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- γαϊδουρολάτης ο [γaiδurolátis] Ο10 : (λαϊκότρ.) αυτός που οδηγεί γάιδαρο.
[μσν. *γαϊδουρολάτης (πρβ. μσν. γαδουρολάτης) < γαϊδουρο- + -λάτης]
[Λεξικό Κριαρά]
- γαϊδουρολάτης ο· γαδουρολάτης.
-
- Αυτός που οδηγεί γαϊδάρους:
- όριζεν πάντας γαϊδουρολάτας, τους έχοντας τα ονικά (Διήγ. παιδ. 700).
[<ουσ. γαϊδούρι + ‑(η)λάτης. Ο τ. στο Βλάχ. Η λ. και ο τ. και σήμ. ιδιωμ.]
- Αυτός που οδηγεί γαϊδάρους:



