Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γαρίδα
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαρίδα η [γaríδa] Ο26 : μικρό θαλάσσιο οστρακόδερμο, πολύ νόστιμο και ακριβό έδεσμα: Φάγαμε γαρίδες. ΦΡ (έγινε) ~ το μάτι (του), ορθάνοιχτο: α. για κπ. που λαχταράει κτ. πάρα πολύ. β. για κπ. που δεν μπορεί ή που δε θέλει να κοιμηθεί. γ. για κπ. περίεργο που προσπαθεί να δει ή να ακούσει κτ. γαριδούλα η YΠΟKΟΡ. γαριδίτσα η YΠΟKΟΡ. γαριδάκι* το YΠΟKΟΡ.

[μσν. γαρίδα < καρίδα (τροπή [k > γ] από συμπροφ. με το άρθρο στην αιτ. [tin-k > tiŋg > γ] ) < αρχ. καρίς, αιτ. -ίδα· γαρίδ(α) -ούλα, -ίτσα]

[Λεξικό Κριαρά]
γαρίδα η.
  • Γαρίδα:
    • (Μπερτόλδος 22).
  • Ως προσωποπ.:
    • (αυτ. 45).

[<ουσ. καρίδα (βλ. ά.). Η λ. στο Du Cange και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαριδάκι το [γariδáki] Ο44α : 1. μικρή γαρίδα. 2. (συνήθ. πληθ.) τυποποιημένη παιδική λιχουδιά με αλμυρή γεύση.

[υποκορ. γαρίδ(α) -άκι (η σημ. 2 από το σχήμα)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες