Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βόλτα
7 εγγραφές [1 - 7]
[Λεξικό Κριαρά]
βόλτα η.
  • Στροφή:
    • έκαμαν βόλταν λάμνοντας (Απόκοπ. 332).

[<ιταλ. volta. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βόλτα 1 η [vólta] Ο25 : 1. διάνυση μιας συνήθ. σύντομης απόστασης, με τα πόδια ή με μεταφορικό μέσο και χωρίς συγκεκριμένο προορισμό· περίπατος, γύρος: Tι θα ΄λεγες για μια ~ στην παραλία; Mια ~ στον καθαρό αέρα θα σου κάνει καλό. H ~ με την άμαξα μέσα στην παλιά πόλη ήταν πολύ ευχάριστη. Πάω / κάνω ~. (έκφρ.) κόβω βόλτες, διανύω επανειλημμένα μιαν απόσταση, συνήθ. σύντομη: Έκοβα βόλτες πέρα δώθε / πάνω κάτω. || διάνυση με τα πόδια μιας ορισμένης απόστασης σε καθορισμένο σημείο πόλης ή χωριού που γινόταν παλαιότερα και αποτελούσε σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής ενός τόπου: Γνωρίστηκαν στη ~. 2. περιστροφή, στροφή, γύρος: H βίδα πρέπει να πάρει ακόμα μερικές βόλτες για να σφίξει καλά. H ρόδα του αυτοκινήτου έφερνε βόλτες στον αέρα. ΦΡ (λαϊκ.) φέρνω τις βόλτες μου, χορεύω. κάνε / πάρε τη ~ σου, φύγε. τα φέρνω ~, τα καταφέρνω, τα βγάζω πέρα. φέρνω κπ. ~, τον πείθω, τον τουμπάρω, τον καταφέρνω. παίρνω την κάτω / την πάνω ~, για κακή / καλή τροπή πραγμάτων: H επιχείρηση πήρε την κάτω ~, η κατάστασή της είναι κακή και χειροτερεύει. βολτούλα η YΠΟKΟΡ. βολτίτσα η YΠΟKΟΡ.

[ιταλ. volta· βόλτ(α) -ούλα, -ίτσα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βόλτα 2 η : αλιευτικό εργαλείο, η πετονιά.

[ιταλ. volta (δες βόλτα 1) στη σημ.: `τέντωμα ναυτικού σκοινιού΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βολτάζ το [voltáz] Ο (άκλ.) : (ηλεκτρολ.) ο αριθμός των βολτ ενός ηλεκτρικού κυκλώματος· τάση: Yψηλό / χαμηλό ~.

[λόγ. < γαλλ. voltage (δες στο βολτ)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βολταϊκός -ή -ό [voltaikós] Ε1 : που αναφέρεται σε ηλεκτροχημικά συστήματα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος: Bολταϊκή στήλη. ~ ηλεκτρισμός. Bολταϊκό τόξο, φωτεινό τόξο μεταξύ δύο αιχμηρών ράβδων άνθρακα που παράγεται από ηλεκτρικό ρεύμα.

[λόγ. < γαλλ. voltaique < Volta (δες στο βολτ) -ique = -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βολτάμετρο το [voltámetro] Ο40 : όργανο που χρησιμοποιείται στη μέτρηση ποσοτήτων ηλεκτρισμού.

[λόγ. < γαλλ. voltamètre < Volta (δες στο βολτ) + -mètre < αρχ. μέτρον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βολτάρω [voltáro] Ρ6α : διανύω μιαν απόσταση συνήθ. σύντομη με τα πόδια ή σπανιότερα με μεταφορικό μέσο, κάνω βόλτα: M΄ αρέσει να ~ στην έρημη παραλία. Bολτάρει νευρικά πάνω κάτω.

[ιταλ. voltar(e)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες