Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βλογιοκομμένος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βλογιοκομμένος -η -ο [vlojokoménos] Ε3 : που έχει στο πρόσωπο σημάδια από ευλογιά: Bλογιοκομμένο μούτρο / πρόσωπο. || (επέκτ.) για άνθρωπο με σημαδεμένο (κυρ. από πάθηση) πρόσωπο.

[βλογι(ά) -ο- + κομμένος μππ. του κόβω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες