Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- βλογιοκομμένος -η -ο [vlojokoménos] Ε3 : που έχει στο πρόσωπο σημάδια από ευλογιά: Bλογιοκομμένο μούτρο / πρόσωπο. || (επέκτ.) για άνθρωπο με σημαδεμένο (κυρ. από πάθηση) πρόσωπο.
[βλογι(ά) -ο- + κομμένος μππ. του κόβω]



