Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βλογιά
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βλογιά η [vlojá] Ο24 : (λαϊκότρ.) η ευλογιά.

[μσν. ευλογιά με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < ευλογία (στη νέα σημ.: ευφ.) με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. < αρχ. εὐλογία]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες