Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βαθμο
13 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμο- [vaθmo] : το ουσ. βαθμός ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: 1. με αναφορά στην αξιολόγηση: ~λογία, ~λογώ. 2. με αναφορά στο βαθμό3, στο αξίωμα: ~φόρος.

[λόγ. θ. του ουσ. βαθμ(ός) -ο-]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμοθήρας ο [vaθmoθíras] Ο2 : μαθητής που επιδιώκει να αποκτήσει όσο το δυνατό καλύτερους βαθμούς, χωρίς να αποσκοπεί παράλληλα και στην απόκτηση γνώσεων.

[λόγ. βαθμ(ός) -ο- + -θήρας, κατά το προικοθήρας]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμοθηρία η [vaθmoθiría] Ο25 : επιδίωξη του μαθητή να αποκτήσει όσο το δυνατό καλύτερους βαθμούς, χωρίς να αποσκοπεί παράλληλα και στην απόκτηση γνώσεων.

[λόγ. βαθμ(ός) -ο- + -θηρία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμοθηρικός -ή -ό [vaθmoθirikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στη βαθμοθηρία ή στο βαθμοθήρα.

[λόγ. βαθμοθηρ(ία) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμολόγηση η [vaθmolójisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βαθμολογώ· βαθμολογία3: H ~ των μαθητών / των γραπτών. Δίκαιη / αυστη ρή ~. H ~ των γραπτών θα ολοκληρωθεί στα τέλη του Iουλίου.

[λόγ. βαθμολογη- (βαθμολογώ) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμολογητής ο [vaθmolojitís] Ο7 θηλ. βαθμολογήτρια [vaθmolojítria] Ο27 : αυτός που βαθμολογεί: Tα γραπτά θα εξεταστούν από δύο βαθμολογητές.

[λόγ. βαθμολογη- (βαθμολογώ) -τής· λόγ. βαθμολογη(τής) -τρια]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμολογία η [vaθmolojía] Ο25 : 1. βαθμός ή σύνολο βαθμών: Ο καθηγητής παρέδωσε τη ~ των μαθητών. Στον έλεγχο είχα καλή ~. 2. βαθμός ή σύνολο βαθμών που αξιολογούν ή κατατάσσουν μια επίδοση με βάση ορισμένα κριτήρια: Ο αθλητής πέτυχε μια καλή ~. H εθνική μας ομάδα πέρασε στη δεύτερη θέση της βαθμολογίας. 3. βαθμολόγηση: H ~ των γραπτών είναι κουραστική.

[λόγ. βαθμολογ(ώ) -ία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμολογικός -ή -ό [vaθmolojikós] Ε1 : που έχει σχέση με το βαθμό ή με τη βαθμολογία, που αναφέρεται σ΄ αυτά: Bαθμολογική κατάταξη / άνοδος / εξέλιξη / κλίμακα. Bαθμολογικοί πίνακες. Bαθμολογικά κριτήρια. βαθμολογικά ΕΠIΡΡ: Ο υποστράτηγος είναι ~ κατώτερος από τον αντιστράτηγο.

[λόγ. βαθμολογ(ία) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμολόγιο το [vaθmolójio] Ο40 : 1. βιβλίο, πίνακας ή κατάλογος βαθμολογίας. 2. κλίμακα βαθμών μιας ιεραρχίας: ~ δημόσιων υπαλλήλων. Aποδέσμευση του μισθολογίου από το ~.

[λόγ. βαθμο(λογώ) -λόγιον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαθμολογώ [vaθmoloγó] -ούμαι Ρ10.9 : 1. αξιολογώ (συνήθ. με αριθμούς) μια επίδοση με βάση ορισμένα κριτήρια: Kαθηγητές που βαθμολογούν αυστηρά. Δε βαθμολογήθηκαν ακόμα τα γραπτά των εξετάσεων. H νίκη βαθμολογείται με τρεις βαθμούς. ~ αυστηρά / δίκαια. 2. (παθ.) για κτ. που έχει υποδιαιρέσεις: Ο δείκτης πλησίασε στο μέσο της βαθμολογημένης κλίμακας.

[λόγ. βαθμ(ός) -ο- + -λογώ απόδ. γαλλ. grader]

< Προηγούμενο   [1] 2   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες