Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αχλάδα
4 εγγραφές [1 - 4]
[Λεξικό Κριαρά]
αχλάδα η.
  • Αχλάδι·
    • (εδώ σε παροιμ. φρ.):
      • α θες εσύ κουκκιά κι εκείνη θέλει αχλάδες … (Φαλιέρ., Λόγ. 299).

[<ουσ. αχλάς (9. αι., σχόλ., DGE, LBG) <αρχ. ουσ. αχράς. Η λ. το 14. αι. (LBG, λ. άς), στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αχλάδα [axlá∂a] η, bot
  • ① pear tree (syn απιδιά, αχλαδιά):
    • phr όταν τίναζαν την ~, όσοι λάχαν τόσοι φάγαν when they were shaking the pear tree whoever was present got to eat, said of people happening to encounter an opportunity at the right time (syn phr όποιος πρόλαβε τον Kύριον είδε)
  • ② fruit of the pear tree, pear (syn απίδι 1, αχλάδι):
    • prov πίσω έχει η ~ την ουρά the pear has its stem behind, the bad part will come at the end

[fr postmed αχλάδα ← LK (schol. Theocr. 1.134) ἀχλάς ← K (also pap), AG ἀχράς 'wild pear']

[Λεξικό Γεωργακά]
αχλαδάκι [axla∂áci] το,
  • ① small pear
  • ② fig pear-shaped electric switch:
    • πάτησε το ~ και άναψε το ηλεχτρικό (Tsirkas)

[der of αχλάδιν w. dimin suff -άκι]

[Λεξικό Γεωργακά]
αχλαδάς [axla∂ás] ο,
  • pear seller

[der of αχλάδιν w. suff -άς 2]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες