Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αφέντης
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αφέντης ο [aféndis] Ο10 πληθ. και αφεντάδες θηλ. αφέντισσα [aféndisa] Ο27α & αφέντρα [aféndra] Ο25α : α.ο άρχοντας (σε αντιδιαστολή προς τον υπηρέτη ή το δούλο): Zει σαν ~. Δούλοι κι αφεντάδες. Δούλος σου πιστός, αφέντη μου. β. κυρίαρχος: Kάθε άνθρωπος είναι ~ στο σπίτι του. Ο ~ ο Xριστός. Θέλουμε να γίνουμε αφέντες στον τόπο μας. ΠAΡ H πολλή δουλειά* τρώει τον αφέντη. || (ιστ.) τίτλος ηγεμόνα κατά τον ελληνικό μεσαίωνα. γ. προϊστάμενος ατόμων ή ομάδων· (πρβ. αφεντικό). ΦΡ έχει ο ~ μας αφέντη, οι εξουσίες εξαρτώνται η μία από την άλλη. δ. ιδιοκτήτης. ΦΡ (εδώ) χάνει* το σκυλί τον αφέντη του. δε γνωρίζει ο σκύλος / το σκυλί τον αφέντη του, για μεγάλη ανακατωσούρα και φασαρία ή για καταστάσεις στις οποίες έχει καταλυθεί κάθε έννοια ιεραρχίας. ε. ως προσηγορία, προσφώνηση που εκφράζει τιμή, σεβασμό, αφοσίωση, αγάπη: Bοήθα αφέντρα Παναγιά μου. Kαλημέρα αφέντη μου, κύριε. || (κατά περίπτωση) ο πατέρας, η μητέρα, ο σύζυγος κτλ.

[μσν. αφέντης < αρχ. αὐθέντης κατά τα αφεντεύω, διαφεντεύω· αφέντ(ης) -ισσα· μσν. αφέντρα < αφέντρια (αποβ. του ημιφ. ανάμεσα σε σύμφ. [r] και φων., σύγκρ. τριακόσα > τρακόσα) < ελνστ. αὐθέντρια (κατά το αυθέντης > αφέντης)]

[Λεξικό Γεωργακά]
αφέντης [aféndis] ο, gen αφέντη (& region. αφεντός), pl αφέντες & αφεντάδες
  • ① lord, master (syn άρχοντας 3, L αυθέντης 1, αφεντικό 1, κύριος, ant δούλος, σκλάβος):
    • ~ του νησιού, της πόλης |
    • ο ~ ο θεός |
    • ο ~ ο Xριστός |
    • in adj function o ~ ήλιος |
    • phr έβαλε αφέντη στο κεφάλι του he subjugated himself to s.o. else |
    • δεν ήταν πλέον δούλοι του και αυτός δεν ήταν ~! (Karkavitsas) |
    • ο πρίγκιπας έχει .. χωροφυλακή κατηχημένη να τον ξέρει αφέντη (Prevelakis) |
    • έζησε το νησί κάτω από ένα σκληρό φεουδαρχικό σύστημα, στο οποίο μόνο οι αφεντάδες έχουν δικαιώματα (Varelas) |
    • folks. το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψεν η Kιάφα, | η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάμνει (NPolitis)
  • ⓐ master, boss, owner (syn αφεντικό 1b, ιδιοκτήτης, κύριος):
    • phr δε γνωρίζει το σκυλί τον αφέντη του the dog does not know its master (said in situations of anarchy or commotion) |
    • prov το μάτι του αφέντη παχαίνει τ' άλογο the master's eye fattens the horse, a business prospers when the owner supervises it personally |
    • ό,τι σπείρουν οι χωριάτες, .. να δίνουν το τρίτο στον αφέντη (Karkavitsas) |
    • τα βλέπω [τα σκυλιά] .. να συνταιριάζουν τα βηματάκια τους με τους αφεντάδες των (Palam) |
    • poem σαν άλογο γενναίο, που ξαναφέρνει | τον ένδοξό του αφέντη από τη μάχη (Markoras) |
    • όργωνα στα ρέματα | τ' αφεντός τα στρέμματα (Varnalis)
  • ⓑ employer, boss (syn αφεντικό 1c, L εργοδότης):
    • ποτές ο πατέρας του δεν είχε δικές του καμήλες· δούλευε για άλλον αφέντη (Venezis) |
    • η μάνα μου με είχε πάρει .. στ' αφεντικά, όπου υπηρετούσε κάποτε· ο ~ έμαθε πως είχα πάει στο σχολείο (Athanasiadis-N)
  • ② father, sire (syn κύρης, πατέρας):
    • folks. η μάννα μ' απ' τα Γιάννενα κι ~ μ' απ' την Πόλη, | έχ' αδελφό Γενίτσαρο κλ
  • ⓒ husband, lord, master (syn άνδρας 4, άρχοντας 5, ο σύζυγος):
    • poem .. αρχοντικά ήσουν μαθημένη | κι είσαι στα ξένα κι ο ~ σου σ' αφήνει | όλο μονάχη κλ (Rotas)
  • ③ man of substance or social stature, rich or powerful person, somebody, notable (syn άρχοντας 3b):
    • έφυγε στα ξένα φτωχός και γύρισε ~ |
    • ζούσαν .. κι οι δυο σπιτωμένες, η μια από έναν αφέντη γέρο, παντρεμένο (Xenop) |
    • βγήκε στα χτήματα να ζήσει σαν ένας από τους αφεντάδες της γης (Melas) |
    • folks. το μέλι τρώγουν άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες (DPetrop)
  • ⓓ in voc, mode of respectful address sir, mister, milord (syn άρχοντα, αφεντάκη, near-syn αφεντικό 2):
    • 'γεια σου, κυρά θιάκω', 'ώρα καλή σου, αφέντη μου' (Rotas)
  • ④ person outstanding in a field or profession, prince (syn άρχοντας 6):
    • οι μεγάλες προσωπικότητες φτάνουν στο θέατρο, υπουργοί, αφεντάδες του χρήματος, άρχοντες της βιομηχανίας (Moustoxydis)

[fr postmed & MG (Prodr. 4.245) αφέντης, changed fr αυθέντης (Tzetzes, Opusc. 337.43); cf αφεντός (Chron. Mor.) bes μη δώσης δώρον αυθεντού (Spaneas 640)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες