Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αυτοαπασχόληση
1 εγγραφή
[Λεξικό Γεωργακά]
αυτοαπασχόληση [aftoapasxόlisi] η, (L)
  • self-employment

[fr kath (neol) αυτοαπασχόλησις, cpd w. kath απασχόλησις ← Epiphan. (3rd c. AD)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες