Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ατάκα
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ατάκα η [atáka] Ο25α : 1.(μουσ.) όρος που σημαίνει την εκτέλεση ενός επόμενου μουσικού κομματιού χωρίς διακοπή μετά το τέλος του προηγούμενου. 2. (θέατρ.) α. άμεση απάντηση. β. οι φράσεις ενός ρόλου που είναι γραμμένες σε ξεχωριστό χαρτί. || (ως επίρρ.) αμέσως, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση: Tου δίνω ~ την απάντηση που του ΄πρεπε. (επιρρ. έκφρ.) στο ~, αμέσως. ~ κι επί τόπου, επιτατικά, για να τονίσουμε ακόμη περισσότερο την αμεσότητα μιας ενέργειας.

[ιταλ. attacca! ένδειξη σε μουσικό κείμενο να αρχίσει το επόμενο μέρος χωρίς να μεσολαβήσει παύση]

[Λεξικό Γεωργακά]
ατάκα1 [atáka] adv (sp. also αττάκα)
  • immediately (after) (syn αμέσως 2c):
    • ύστερα καταφθάνει το ρουμάνικο [μπαλέτο]· ~

[der of ατάκα2]

[Λεξικό Γεωργακά]
ατάκα2 [atáka] η, (sp. also αττάκα)
  • ① theat first word of one's response in dialog:
    • αν ξεχάσει .. τη λεγόμενη ~ |
    • έγραφε τις ατάκες του στα μανικέτια του (id.)

[fr It attacca, 2sg imper of attaccare]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες