Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ασύνειδος -η -ο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ασύνειδος -η -ο [asíniδos] Ε5 : (ψυχ.) α. που διαφεύγει από τον έλεγχο της ψυχολογικής συνείδησης, που δε γίνεται με επίγνωση, σκόπιμα, νηφάλια. ANT συνειδητός: Aσύνειδη κίνηση / χειρονομία. || Aσύνειδο πρόβλημα, που δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. β. (για πρόσ.) που δεν έχει ψυχολογική συνείδηση. ασύνειδα ΕΠIΡΡ.

[λόγ. α- 1 συνειδ(ός) -ος μτφρδ. γαλλ. inconscient]

[Λεξικό Γεωργακά]
ασύνειδος, -η, -ο [asíni∂os] (L)
  • ① lacking mind or consciousness, nonconscious, mindless (syn ασυνείδητος2 1, ant ενσυνείδητος):
    • ~ |
    • ασύνειδη ζωή |
    • πυρώνει το λοστό στη θράκα .. και τον δίνει στους συντρόφους του, που στέκονται γύρω του σαν ασύνειδα όργανά του (Delmouzos)
  • ② outside or beyond one's awareness, not consciously experienced, unconscious, unrecognized, unrealized (syn in ασυνείδητος2 1b, ant ενσυνείδητος, συνειδητός):
    • ~ |
    • ασύνειδη αναμέτρηση, επιθυμία, έχθρα, ορμή, τάση |
    • ασύνειδο κατάλοιπο, κίνητρο, πάθος |
    • ασύνειδο πλέγμα ενοχής |
    • θα χάσεις την ψυχή σου· μονάχα κάτι κληρονομιές ασύνειδες θα απομείνουν μέσα σου (IDragoumis) |
    • σε φέρνει σ' επικοινωνία άμεση με ό,τι .. περισώζεται στο ασύνειδο βάθος της ψυχής σου (Terzakis) |
    • η ποίηση αποτελεί συνειδητή προσπάθεια, όσο κι αν εμποδισμένη από λογιώ λογιών ασύνειδες δυνάμεις, να μας δώσει το υποκείμενο (Dimaras) |
    • η ενέργεια των οικονομικών λόγων είναι βαθιά κι ασύνειδη (Theodoridis)
  • ③ not conscious or deliberate, nconscious, unwitting (syn ασυνείδητος2 1c, ant συνειδητός):
    • ασύνειδη αντίδραση, παλληκαριά |
    • η αρνητική στάση των οργισμένων νέων .. έχει .. συνειδητόν ή ασύνειδο σκοπό τη διαμαρτυρία (Papanoutsos) |
    • το έργο του ανθρώπου έχει μεγαλύτερη αξία από το ασύνειδο σούρσιμο .. του σκουληκιού (Theodorakop) |
    • για τη φύση [ο Πλάτων] νομίζει πως αποτελεί μιαν άσκοπη, ασύνειδη και τυχαία σύμμιξη στοιχείων (Andronikos)

[fr kath (neol) ασύνειδος, cpd w. privat. α- & (το) συνειδός 'consciousness' (of συνειδώς: pf σύνοιδα)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες