Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ασημώνω
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ασημώνω [asimóno] -ομαι Ρ1 : (οικ.) 1α. επενδύω κτ. με φύλλο από ασήμι ή το επαργυρώνω: Έκανε τάμα να ασημώσει την εικόνα της Παναγίας. β. (μτφ.) κάνω κτ. να φαίνεται σαν ασημένιο, του δίνω το χρώμα ή τη λάμ ψη του ασημιού: Tο φεγγάρι ασήμωνε τα νερά της θάλασσας. 2α. προσφέρω σε κπ. ασημένιο νόμισμα ή άλλο ασημένιο αντικείμενο για γούρι: Aσήμωσε το νεογέννητο / τη νύφη. β. δίνω χρήματα σε κπ. για να μου πει τη μοίρα.

[μσν. ασημώνω < ασήμ(ιν) -ώνω]

[Λεξικό Κριαρά]
ασημώνω· αόρ. εσήμωσα.
  • 1) Kαλύπτω, επενδύω κ. με ασήμι:
    • εσήμωσεν τον … σταυρόν (Mαχ. 86).
  • 2) (Προκ. για φόρεμα) στολίζω με ασήμι:
    • (Θρ. Kύπρ. M 370).

[<ουσ. ασήμι + κατάλ. ώνω. H λ. στο Βλάχ. (σι‑) και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
ασημώνω [asimόno] ipf ασήμωνα, aor ασήμωσα (subj ασημώσω; imper 2sg ασήμωσε), pass ασημώνομαι, aor ασημώθηκα
  • ① cover w. a thin layer of silver, silver-plate, silver (syn in ασημοκαπνίζω):
    • ~το δίσκο, το μαχαίρι |
    • ~ το ευαγγέλιο |
    • ~ την εικόνα του αγίου |
    • πόσα και πόσα χρόνια ασημωθήκαν τούτα τα κλειδιά .. κάθε γιορτή του Aγιού μας; (Vlachogiannis)
  • ⓐ ~κάποιον give money to s.o.:
    • ασήμωσαν το γαμπρό, τη νύφη |
    • ασήμωσαν τους μουσικούς |
    • ~ το παιδί give a gift of money to a newborn child or throw a silver coin in its bath |
    • ασήμωσε να σου πω τη μοίρα σου phr used by fortune tellers |
    • πρέπει ν' ασημώσεις αυτόν τον υπάλληλο you have to bribe this clerk
  • ② fig give a silvery color to, make silvery (syn αργυρώνω):
    • την όψη τώρα της θάλασσας ασημώνουν κατάσπαρτα σκοτωμένα ψάρια (Mammelis) |
    • ο ιδρώτας ασήμωνε ένα γένι ψαρό (PIoannidis) |
    • poem .. το φεγγάρι των σπιτιών τις στέγες ασημώνει (Karyotakis)
  • ③ intr have the appearance of silver, acquire a silvery color, turn to silver (syn ασημίζω, ασημοφέρνω):
    • το μικρό κομμάτι τ' ουρανού .. φάνηκε σκοτεινό για λίγη ώρα· έπειτα έπιασε ν' ασημώνει (KPolitis) |
    • απλώθηκε μπροστά μου .. σαν γαληνεμένη θάλασσα, που ασήμωσε (Vrachimis) |
    • στις σπάνιες λάμπες των δρόμων ασημώνεται η βροχή (ChZalokostas) |
    • σήμερα ασημώθηκαν η γενειάδα του και τα μαλλιά του (Petsalis)

[fr postmed, MG ασημώνω, der of ασήμιν]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες