Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αράπω
1 εγγραφή
[Λεξικό Γεωργακά]
αράπω [arápo] η, (& αράπα)
  • name given to black female domestic animals (e.g. donkey, goat etc) (syn αραπίτσα 1)

[der of αράπης w. suff -ω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες