Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αποτροπαϊκός
1 εγγραφή
[Λεξικό Γεωργακά]
αποτροπαϊκός, -ή, -ό [apotropaikós] (L)
  • designed or believed to avert evil, apotropaic (syn αποτρεπτικός 2):
    • αποτροπαϊκό μάτι, συνήθειο |
    • το παρόμοιο εκείνο σύμβολο έχει προστατευτικό χαρακτήρα, αποτροπαϊκό των κακών πνευμάτων (Karouzou)

[fr kath (neol) αποτροπαϊκός, der of αποτρόπαιος; cf Eng apotropaic]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες