Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: απαράδεκτο
4 εγγραφές [1 - 4]
[Λεξικό Γεωργακά]
απαράδεκτο [apará∂ekto] το, (L) (& D απαράδεχτο)
  • ① sth unacceptable (ant το παραδεκτό):
    • ήθελε να ωφελήσει τον τόπο, να ελέγξει τα ανάποδα και τα απαράδεκτα (Charis) |
    • poem κι αρχίζει το ασυμβίβαστο να συμβιβάζεται | και το απαράδεχτο να μοιάζει βολικό (Leontaris)
  • ② unacceptability, inadmissibility (ant το παραδεκτό):
    • το ~ των συντακτικών πράξεων της δικτατορίας |
    • η διεθνής κοινότητα εννοεί το ~ της διχοτόμησης της Kύπρου

[fr kath το απαράδεκτον, substantiv. n of απαράδεκτος]

[Λεξικό Κριαρά]
απαράδεκτος, επίθ.
  • ?:
    • φίλος απαράδεκτος εις όλους εγενόμην (Σαχλ., Aφήγ. 278 (μήπως τός;)).

[πιθ. τ. του επιθ. παραδεκτός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απαράδεκτος -η -ο [aparáδektos] & απαράδεχτος -η -ο [aparáδextos] Ε5 : που δεν μπορεί να γίνει παραδεκτός γιατί βρίσκεται, κινείται έξω από τα πλαίσια της λογικής, της ηθικής, των κοινά αποδεκτών αξιών κτλ.: H πρόταση που μου έκανες είναι απαράδεκτη. Προβάλλει απαράδεχτους όρους. H παιδική θνησιμότητα είχε φτάσει σε απαράδεχτα υψηλά επίπεδα. απαράδεκτα & απαράδεχτα ΕΠIΡΡ: Tου φέρθηκαν ~, πολύ άσχημα.

[λόγ. < ελνστ. ἀπαράδεκτος· προσαρμ. στη δημοτ. με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] ]

[Λεξικό Γεωργακά]
απαράδεκτος, -η, -ο [apará∂ektos] (L) (& D απαράδεχτος)
  • unacceptable, inadmissible (ant παραδεκτός):
    • ~ δογματισμός, ισχυρισμός, κόσμος, όρος, φανατισμός |
    • απαράδεκτη αδιακρισία, αντίληψη, αξίωση, άποψη |
    • απαράδεκτη κατάσταση, παρέμβαση, σκληρότητα, τακτική, ψευτιά |
    • απαράδεκτες ακρότητες, προτάσεις, συνθήκες |
    • απαράδεκτα μέτρα, ποιήματα, συμπεράσματα, σχόλια |
    • λύσεις εθνικώς απαράδεκτες |
    • αδιέξοδα απαράδεκτα για το ζωντανό πνεύμα |
    • η υποκρισία είναι ηθικά απαράδεκτη |
    • μιλάει με τρόπο απαράδεχτο |
    • καλή για ερωμένη, απαράδεκτη για σύζυγος (Palaiologos) |
    • διατηρεί μια ψυχραιμία και μια νηφαλιότητα απαράδεκτες από το δικό μας κοχλασμό (Thrylos) |
    • κάθε μορφή διχτατορίας τού ήταν απαράδεχτη (Myriv)
  • ⓐ unbelievable, incredible, unthinkable (syn απίστευτος):
    • απαράδεκτη θεωρία |
    • είναι απαράδεκτο να μην ήξερε τις ανακοινώσεις τους (Louros) |
    • είναι πολύ αμφίβολο, αν όχι απαράδεχτο, πως δεν υπάρχουν ανάλογα μ' εμάς όντα στα εκατομμύρια των πλανητών κλ (Evelpidis)

[fr postmed (Somavera) ← MG, PatrG, K ἀπαράδεκτος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες