Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αξίνιστος -η -ο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αξίνιστος -η -ο [aksínistos] Ε5 : που δεν είναι ξινισμένος.

[α- 1 ξινισ- (ξινίζω) -τος]

[Λεξικό Γεωργακά]
αξίνιστος, -η, -ο [aksínistos]
  • ① not made tart (ant ξινισμένος):
    • έβαλα λεμόνι στη σούπα, αλλά έμεινε αξίνιστη
  • ② not turned sour (ant ξινισμένος):
    • αξίνιστο γάλα

[cpd w. *ξινιστός ← *οξινιστός (: ξινίζω ← MG οξινίζω as in MG Pontic)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες