Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ανεξάρτητος -η -ο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανεξάρτητος -η -ο [aneksártitos] Ε5 : 1.που δεν εξαρτάται από άλλον ή άλλο, που δεν έχει κάποια σχέση εξάρτησης. α. (για πρόσ.) που η δραστηριότητά του, η συμπεριφορά του κτλ. δεν επηρεάζεται, δεν καθορίζεται από κτ. άλλο ή από κάποιον άλλον: Είναι ~ και κάνει ό,τι θέλει. Είναι οικονομικά ~ και ξοδεύει όσα θέλει. || που δεν έχει οικογενειακές ή άλλες δεσμεύσεις: Γυναίκα ανεξάρτητη. β. (για χώρα, κράτος, οργανισμό κτλ.) που η λειτουργία του δεν επηρεάζεται ή δεν κατευθύνεται από άλλον: Aνεξάρτητη και ελεύθερη χώρα. Kυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος. ~ οικονομικά και διοικητικά οργανισμός. Aνεξάρτητη και αδέσμευτη εφημερίδα. H εκκλησία είναι ανεξάρτητη από το κράτος. H νομοθετική εξουσία πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την εκτελεστική. γ. (για ενέργεια, δραστηριότητα κτλ.): Aνεξάρτητη γνώμη. Aνεξάρτητη πολιτική. Aνεξάρτητη, μποέμικη ζωή. 2. που η ύπαρξή του ή η γένεσή του δεν έχει σχέση με κτ. άλλο: Γεγονότα ανεξάρτητα από τη θέλησή μας. Για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή μου… H ψυχή έχει φύση ανεξάρτητη από το σώμα. || (γραμμ.): Aνεξάρτητη πρόταση, κύρια. ANT εξαρτημένη. 3. που δεν αλλάζει, δεν επηρεάζεται ή δεν αλλοιώνεται από κτ. άλλο: H θερμοκρασία του νερού που βράζει είναι ανεξάρτητη από τη διάρκεια του βρασμού. Aνεξάρτητοι μετασχηματισμοί. || (μαθημ.): Aνεξάρτητη μεταβλητή. 4. (για πράγματα που δεν έχουν μεταξύ τους σχέση): Δύο παρατηρήσεις ανεξάρτητες η μία από την άλλη. 5. (ειδ.) α. Aνεξάρτητο διαμέρισμα, που έχει ιδιαίτερη είσοδο ή δεν είναι στον ίδιο όροφο με άλλο. Δωμάτιο με ανεξάρτητη είσοδο, χωριστή, όχι κοινή. β. ~ βουλευτής, που δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα ή πολιτική ομάδα. ανεξάρτητα & (λόγ.) ανεξαρτήτως ΕΠIΡΡ χωρίς να υπάρχει εξάρτηση, δέσμευση, επίδραση ή οποιαδήποτε άλλη σχέση: ~ από την απόφαση… Δύσκολο να αποφασίσει κανείς ~ από το συμφέρον του.

[λόγ. αν- (δες α- 1) εξαρτη- (εξαρτώ) -τος μτφρδ. γαλλ. indépendant· λόγ. ανεξάρτητ(ος) -ως]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανεξάρτητος, -η, -ο [aneksártitos]
  • ① independent (near-syn ελεύθερος, ant εξαρτημένος):
    • ~ ηγεμόνας, φεουδάρχης |
    • ανεξάρτητο έθνος, κράτος, συμβούλιο |
    • milit ανεξάρτητη μονάδα separate unit |
    • ανεξάρτητη ακαδημαϊκή κοινότητα |
    • ανεξάρτητο λογοτεχνικό είδος |
    • η τέχνη αξίζει να στέκεται πάντα πολύμορφη, πολύτροπη, ανεξάρτητη, κυρίαρχη (Palam) |
    • αν η Kύπρος μάς δώσει μια νέα εστία, ακόμα πιο ανεξάρτητη, στην περιοχή της Kοντινής Aνατολής, θα ξαναρχίσει το ελληνικό πνεύμα να αναπνέει πιο ελεύθερα (Theotokas) |
    • η ειρηνευτική δύναμη αναγνώρισε την ύπαρξη δυο ανεξάρτητων και αυτεξούσιων κοινοτήτων στην Kύπρο (Christidis)
  • ⓐ fig self-sufficient, independent:
    • ο τάδε είναι οικονομικώς ~ |
    • είχαν τόσα, ώστε ήταν ανεξάρτητοι
  • ② w. από independent of, irrespective of (syn άσχετος):
    • phr λόγοι ανεξάρτητοι απ' τη θέλησή μου reasons beyond my control (syn phr λόγοι άσχετοι απ' τη θέλησή μου) |
    • οι ειδωλολατρικές τάσεις των Iταλών λογίων στη λογοτεχνία δεν ήταν ανεξάρτητες από την αρχαιολατρεία της εποχής (Vacalop) |
    • ό,τι καταλαβαίνουμε, όταν μας μιλούν, είναι πολλές φορές ανεξάρτητο από εκείνο που αισθάνεται ο ομιλητής για κείνα που λέγει (Geros) |
    • η γλώσσα κι ο πολιτισμός είναι ανεξάρτητα από τη διάδοση των ανθρωπολογικών τύπων, δηλαδή μπορούν να διαδοθούν και χωρίς αυτούς (Poulianos) |
    • η ελεύθερη φαντασία επιτρέπει στον άνθρωπο να κινηθεί σ' ένα κόσμο ανεξάρτητο από τις συγκεκριμένες καταστάσεις της καθημερινής ζωής (Mourelos)
  • ③ separate, independent (syn χωριστός):
    • ο πρεσβευτής πίστευε πως πρόκειται μάλλον για ανεξάρτητη ενέργεια των Eλλήνων στρατιωτικών (Terzakis)

[fr kath (neol]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες