Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αναταράσσω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αναταράσσω [anataráso] -ομαι Ρ2.2 : (λόγ.) αναταράζω.

[λόγ. < αρχ. ἀναταράσσω]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναταράσσω s. αναταράζω.
< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες