Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ανακουφισμένος -η -ο
1 εγγραφή
[Λεξικό Γεωργακά]
ανακουφισμένος, -η, -ο [anakufizménos]
  • disburdened, unburdened, relieved (syn ξαλαφρωμένος):
    • έφυγε, γύρισε ~ |
    • κατεβαίνει από το υπουργείο ανακουφισμένη από τη συζήτηση |
    • το κορίτσι κοίταξε ανακουφισμένο την καθηγήτρια (KPapa) |
    • με το Zαφείρη ένιωθε τώρα μια σταλιά μουδιασμένος μα ~ (Koumantareas) |
    • "εύγε!", έκανε ~ ο Θ. (Roufos)

[ppp of ανακουφίζω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες